Πέμπτη, Δεκεμβρίου 24, 2009

Κρατικά βραβεία λογοτεχνίας 2009

Σε περίπτωση που ανησυχούσατε (όπως γράφουμε κάθε χρόνο) να τα κρατικά βραβεία λογοτεχνίας, όπως ανακοινώθηκαν από το υπουργείο Πολιτισμού (και Τουρισμού πλέον). Αν τουλάχιστον κάποια βιβλία μεταφράζονταν και στο εξωτερικό, να φέρουν και κανέναν επισκέπτη στη χώρα μας... (λέμε και καμιά ανοησία, να περνάει η ώρα...) Πιστέψτε με πάντως, ειδικά ο Λευτέρης Πούλιος είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο για την Ελλάδα και για την ποίηση.
Από τη Διεύθυνση Γραμμάτων της Γενικής Διεύθυνσης Σύγχρονου Πολιτισμού του ΥΠ.ΠΟ.Τ ανακοινώνονται τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2009, που αφορούν στις εκδόσεις έτους 2008, στα οποία κατέληξε η Επιτροπή Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας από τον «βραχύ κατάλογο» των υποψηφίων προς βράβευση έργων, μετά από επανειλημμένες συνεδρίες και μακρές συζητήσεις, ως ακολούθως :


ΜΕΓΑΛΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ
Απονέμεται ομόφωνα στον Νάνο Βαλαωρίτη για το σύνολο του έργου του.

ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥΑπονέμεται κατά πλειοψηφία εξ ημισείας στα περιοδικά «πόρφυρας» και «Εντευκτήριο» για την συμβολή τους στην προβολή και διάδοση της ελληνικής λογοτεχνίας.

ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ
Απονέμεται κατά πλειοψηφία στον Λευτέρη Πούλιο για το έργο του με τίτλο «Η κρυφή συλλογή», εκδόσεις Κέδρος.

ΒΡΑΒΕΙΟ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ
Απονέμεται ομόφωνα εξ ημισείας στους : Τόλη Νικηφόρου για το έργο του με τίτλο «Ο δρόμος για την Ουρανούπολη», εκδόσεις Νεφέλη και Αργύρη Χιόνη για το έργο του «Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες», εκδόσεις Κίχλη.

ΒΡΑΒΕΙΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ
Απονέμεται ομόφωνα στον Γιάννη Ατζακά για το έργο του «θολός βυθός», εκδόσεις Άγρα.

ΒΡΑΒΕΙΟ ΔΟΚΙΜΙΟΥ – ΚΡΙΤΙΚΗΣ
Απονέμεται κατά πλειοψηφία στον Χρίστο Ρουμελιωτάκη για το έργο του «Ασκήσεις αυτογνωσίας», εκδόσεις Τυπωθήτω.

ΒΡΑΒΕΙΟ ΧΡΟΝΙΚΟΥ – ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
Απονέμεται ομόφωνα στην Αλεξάνδρα Δ. Ιωαννίδου για το έργο της «Υπόθεση Γκράνιν : Η λογοτεχνική κριτική στο εδώλιο - : Η δίκη της “Επιθεώρησης τέχνης” το 1959 και η απολογία του Κώστα Κουλουφάκου», εκδόσεις Καστανιώτης.


Ο βραχύς κατάλογος υποψηφίων προς βράβευση έργων (δημοσιευμένων το έτος 2008 και κατατεθειμένων στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδας), από τον οποίο επελέγησαν τα ανωτέρω βραβεία είναι ο ακόλουθος (αλφαβητικά) :

Α. Υποψήφιοι για το Βραβείο Ποίησης :

1) Δημήτρης Αγγελής για το έργο του «Επέτειος», Εκδόσεις των Φίλων.
2) Γιώργος Βέης για το έργο του «Ν, όπως Νοσταλγία», εκδόσεις Ύψιλον.
3) Δημήτρης Κοσμόπουλος για το έργο του «Ανάστασις του Ανδρέα Ταρκόφσκι», εκδόσεις Ερατώ.
4) Λουκάς Κούσουλας για το έργο του «Το φεγγάρι του Υμηττού», εκδόσεις Γαβριηλίδης.
5) Λευτέρης Πούλιος για το έργο του «Η κρυφή συλλογή», εκδόσεις Κέδρος.

Β. Υποψήφιοι για το Βραβείο Διηγήματος :

1) Γιάννης Ευσταθιάδης για το έργο του «Πορσελάνη», εκδόσεις Ύψιλον.
2) Μαρίνα Καραγάτση για το έργο της «Το ευχαριστημένο ή οι δικοί μου άνθρωποι», εκδόσεις Άγρα.
3) Μαρία Μήτσορα για το έργο της «Με λένε Λέξη», εκδόσεις Πατάκη.
4) Τόλης Νικηφόρου για το έργο του «Ο δρόμος για την Ουρανούπολη», εκδόσεις Νεφέλη.
5) Αργύρης Χιόνης για το έργο του «Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες», εκδόσεις Κίχλη.




Γ. Υποψήφιοι για το Βραβείο Μυθιστορήματος :

1) Γιάννης Ατζακάς για το έργο του «θολός βυθός», εκδόσεις Άγρα.
2) Γιώργης Γιατρομανωλάκης για το έργο του «Το χρονικό του Δαρείου», εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.
3) Νίκος Κ. Κυριαζής για το έργο του «Η ασπίδα των Θερμοπυλών 494-478 π.Χ. - : Οι ένδοξες μάχες», εκδόσεις Ιωλκός.
4) Κώστας Λογαράς για το έργο του «Ερημιά στο βλέμμα τους», εκδόσεις Μεταίχμιο.
5) Γιώργος Σκαμπαρδώνης για το έργο του «Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας», εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.

Δ. Υποψήφιοι για το Βραβείο Δοκιμίου – Κριτικής :

1) Aλεξάνδρα Δεληγιώργη για το έργο της «Καιρός - : Σύγχρονοι προβληματισμοί για έναν καλύτερο καιρό», εκδόσεις Αλεξάνδρεια.
2) Διονύσης Καψάλης για το έργο του «Το καμαράκι κάτω από τη σκάλα – Εννέα δοκίμια», εκδόσεις Άγρα.
3) Μίλτος Πεχλιβάνος για το έργο του «Από τη Λέσχη στις Ακυβέρνητες Πολιτείες - : Η στίξη της ανάγνωσης», εκδόσεις Πόλις.
4) Τζίνα Πολίτη για το έργο της «Περι – διαβάζοντας την αγγλική λογοτεχνία 1593-1854 – Κείμενα, ιδεολογία, το πολιτικό», εκδόσεις Άγρα.
5) Χρίστος Ρουμελιωτάκης για το έργο του «Ασκήσεις αυτογνωσίας», εκδόσεις Τυπωθήτω.

Ε. Υποψήφιοι για το Βραβείο Χρονικού – Μαρτυρίας :

1) Αλεξάνδρα Δ. Ιωαννίδου για το έργο της «Υπόθεση Γκράνιν : Η λογοτεχνική κριτική στο εδώλιο - : Η δίκη της “Επιθεώρησης τέχνης” το 1959 και η απολογία του Κώστα Κουλουφάκου», εκδόσεις Καστανιώτης.
2) Γιάννης Ξανθούλης για το έργο του «Κωνσταντινούπολη - : Των ασεβών μου πόθων», εκδόσεις Μεταίχμιο.
3) Νίκος Μπακουνάκης για το έργο του «Μια στιγμή της Ευρώπης στην Ελλάδα του 19ου αιώνα - : Ο λόγος, η εικόνα, ο μύθος του Ανδρέα Ρηγόπουλου», εκδόσεις Πόλις.
4) Αλέκος Χατζής για το έργο του «Ένας Έλληνας στην Αλβανία - : Λιθαράκια μιας ζωής», εκδόσεις Γόρδιος.
5) Ελένη Ψυχογιού για το έργο της «“Μαυρηγή” και Ελένη - : Τελετουργίες θανάτου και αναγέννησης: Χθόνια Μυθολογία, νεκρικά δρώμενα και μοιρολόγια στη σύγχρονη Ελλάδα», εκδόσεις Ακαδημίας Αθηνών.

Η Επιτροπή δεν μπόρεσε να κρίνει και άλλα αξιόλογα βιβλία (εκδόσεως 2008) για τυπικούς λόγους (μη εμπρόθεσμη κατάθεση στην Ε.Β.Ε. κ.λ.π.).

Την Επιτροπή Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας αποτελούν :

1) Μαστροδημήτρης Παναγιώτης, Πρόεδρος, Ομότιμος Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Κριτικός.

2) Αθανασόπουλος Ευάγγελος, Αντιπρόεδρος, Καθηγητής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

3) Ανδρειωμένος Γεώργιος, Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

4) Πάτσιου Βασιλική (Βίκυ), Καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

5) Δημακοπούλου Χαρίκλεια, Κριτικός Βιβλίου, Δημοσιογράφος, Νομικός.

6) Σχινά Αικατερίνη, Κριτικός Βιβλίου.

7) Λεονάρδος Γεώργιος, Συγγραφέας.

8) Νιάρχος Αθανάσιος, Ποιητής, Δοκιμιογράφος.

9) Χατζηαντωνίου Κωνσταντίνος, Συγγραφέας.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 27, 2009

Παύλος Κάγιος- Και με κλειστά μάτια θα βλέπω


Παλιά, όταν οι κοινωνίες ήταν μικρές, τα γενητούρια (σωστά το γράφω, ή θέλει δύο νι;) ήταν μεγάλα γεγονότα. Αν μάλιστα ήταν και αγόρι, μέχρι πιστολιές και τουφεκιές έπεφταν σε κάποια μέρη της Ελλάδας. Στη μικρή (αλλά ζωντανή και δυνατή) κοινωνία των φίλων, τα γενητούρια είναι πάντοτε σπουδαία. Μόλις σήμερα, ο φίλος και συνάδελφος Παύλος Κάγιος κράτησε στα χέρια του το νέο του παιδί, το τέταρτο μυθιστόρημά του.
Τίτλος του, «Και με κλειστά μάτια θα βλέπω». Θέμα μια όμορφη, τρυφερή, σκληρή, δραματική αλλά μαγευτική οικογενειακή ιστορία. Σχεδόν ένας αιώνας, ο περασμένος, περνά μέσα από τις σελίδες του. Περνά και δεν χάνεται, γιατί τον στερεώνει (και τον στεργιώνει) μια μεγάλη ιστορία αγάπης, του Θοδωράκη και της Βασούλας. Μιας αγάπης που δεν χάνεται, δεν κινδυνεύει, δεν δοκιμάζεται, αντίθετα, παραμένει φάρος για τους ανθρώπους που ξεκίνησαν αλλιώς, κατέληξαν αλλιώς, αλλά σε όλη τους τη ζωή «Φυλούσαν τ' αστέρια μη τα σβήσουν».
Υπάρχει, λοιπόν, αγάπη ευτυχισμένη; Αυτό θα το κρατήσουμε μυστικό. Για να το μάθετε, διαβάστε το βιβλίο, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Καστανιώτη». Για φινάλε, οι καταληκτικές φράσεις στο οπισθόφυλλο: «Μια ελεγεία για τους κυνηγημένους, τους χαμένους, τους αφανείς και ευλογημένους, σε μια Ελλάδα όπου όλα έρχονται και παρέρχονται, αφήνοντας πίσω αναπάντητα ερωτήματα: αρκεί να λες Και με κλειστά μάτια θα βλέπω και να προχωράς; Και πού πηγαίνεις; Ανικανοποίητος- άρα ελεύθερος- ή παντοτινά σκλαβωμένος;»

Κυριακή, Νοεμβρίου 22, 2009

Σε ποιον ανήκει, τελικά- τελικά ο Γιάννης Ρίτσος;

Οι γονείς μου και οι δάσκάλοί μου με έμαθαν να διαφωνώ, με έμαθαν όμως και να συμφωνώ. Ηδη εδώ και μήνες έχω επανειλημμένα φιλοξενήσει σε αυτό το ιστολόγιο κείμενα τρίτων υπό τον γενικό τίτλο "Σε ποιον ανήκει τελικά ο Γιάννης Ρίτσος" και είχα υποσχεθεί και τη δική μου θέση. Λίγο το ένα, λίγο το άλλο, άργησα. Ευτυχώς, επειδή διάβασα σήμερα στον "Ριζοσπάστη" την εξαιρετική ομιλία της Ερης Ρίτσου, συγγραφέως και κόρης του ποιητή, με την οποία συμφωνώ μέχρι κεραίας. Και καθώς τα πολλά λόγια είναι φτώχια, παραθέτω ολόκληρο το κείμενο, το οποίο η Ερη εκφώνησε στο διήμερο συμπόσιο για τον Γιάννη Ρίτσο που διοργάνωσε το ΚΚΕ στον Περισσό (χθες και σήμερα):


Εκατό χρόνια από τη γέννηση του Γιάννη Ρίτσου, ενός ποιητή, που όσο κανένας άλλος συνέδεσε τη ζωή και το έργο του με την ιστορία του τόπου του. Το έχουν πει και είναι γεγονός: Η ποίηση του Ρίτσου είναι μια σχεδόν ημερολογιακή καταγραφή των σημαντικών γεγονότων του 20ού αιώνα. 100 χρόνια από τη γέννησή του και δεν θα μπορούσε το κόμμα του, το ΚΚΕ, να μη συμμετέχει στις εκδηλώσεις που γίνονται πανελλαδικά, και όχι μόνο, γι' αυτή την επέτειο. Και λέω όχι μόνο πανελλαδικά γιατί εκτός από τις τόσες εκδηλώσεις που γίνονται τιμώντας το έργο του σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, άπειρες είναι οι εκδηλώσεις που γίνονται σ' όλο τον κόσμο, καταδεικνύοντας έτσι πως η «ελληνικότητα» του Ρίτσου είναι ταυτόχρονα και η «οικουμένικότητά» του και πως τα προβλήματα και οι αναζητήσεις των ανθρώπων και των λαών είναι κοινά παντού.

Είμαι λοιπόν πολύ χαρούμενη που βρίσκομαι εδώ σήμερα, ν' ακούσω για το Ρίτσο. Πολλά πράγματα τα γνωρίζω. Οχι τόσο αυτά που αφορούν στην ποίησή του γιατί αυτά τα ανακαλύπτω και 'γω συνεχώς, αλλά αυτά που αφορούν στον άνθρωπο, στην απέραντη δύναμη, στο ήθος και στην καλοσύνη του. Δεν θα μπορούσε λοιπόν, το έχω άλλωστε ξαναπεί, ένας άνθρωπος με την καλοσύνη και την ευγένειά του να είναι άλλο από κομμουνιστής. Γιατί αγαπούσε βαθιά και πραγματικά τους ανθρώπους και γιατί πάσχιζε γι' αυτούς.

Καμιά φορά οι σύντροφοί του εκφράζουν το φόβο πως γίνεται προσπάθεια να αποχρωματιστεί ο Ρίτσος. Και λέω εγώ πως τέτοια προσπάθεια, κι αν γίνεται, σε τίποτα δεν θα καταλήξει γιατί ο Ρίτσος δεν υπήρξε και δεν αγωνίστηκε απλώς, αλλά έγραψε, και αυτά που έγραψε δεν αλλάζουν. Ο,τι και να πει, ό,τι και να γράψει κανείς, η ιδεολογία του η κομμουνιστική, η βαθιά ανθρωπιστική, βρίσκεται παντού μέσα στο έργο του, ανασαίνει, υπάρχει μέσα στον παραμικρό του στίχο και με τίποτα δεν ακυρώνεται, δεν μεταλλάσσεται, δεν αλλοιώνεται. Ομως το έργο του είναι τεράστιο και πολύμορφο και προσφέρεται για πολλές αναγνώσεις. Παίρνω παράδειγμα απ' τον εαυτό μου: Οσο διαβάζω, τόσο περισσότερα ανακαλύπτω. Κι η «συμβουλή» μου στους συντρόφους του είναι: διαβάστε.

Εμεινε αταλάντευτος στα «πιστεύω» του
Μέσα στην πολυτάραχη ιστορία του το κομμουνιστικό κίνημα, παγκοσμίως και φυσικά στη χώρα μας, πέρασε πολύ δύσκολες περιόδους. Διώξεις, φυλακίσεις, εξορίες, δολοφονίες, ήταν πράγματα που οι κομμουνιστές τα γνώρισαν, τα έζησαν στο πετσί τους. Μέσα σε συνθήκες παρανομίας, καθημερινού κυνηγητού και αγώνα για επιβίωση, θα περίμενε κανείς πως η τέχνη θα πέρναγε σε δεύτερη μοίρα. Κι όμως ο ανθός της διανόησης και της τέχνης και στον τόπο μας πέρασε και αναπτύχθηκε μέσα απ' τις γραμμές των κομμουνιστών. Καμιά φορά, μεσ' σε συνθήκες δύσκολες, κανείς πρέπει να είναι διπλά προσεκτικός. Μην έχοντας τη δυνατότητα της ελεύθερης έκφρασης, υπήρξαν φορές που κοιτάγαμε με καχυποψία ό,τι φαινόταν να «παρεκκλίνει» από τα απολύτως παραδεδεγμένα.

Υπήρξαν λοιπόν φορές που ο Ρίτσος κατηγορήθηκε πως είναι δυσνόητος και πως ο τρόπος έκφρασής του δεν είναι κατανοητός από την εργατική τάξη. Ο Ρίτσος όμως ήξερε πως η τέχνη προηγείται, και πως η εργατική τάξη πρέπει να μορφωθεί. Πως δεν είναι σωστό να κάνει κανείς εκπτώσεις για να γίνει κατανοητός αλλά πως το «καθήκον» του κομμουνιστή είναι ακριβώς να δώσει τη δυνατότητα στην εργατική τάξη να μορφωθεί για να έχει τα εργαλεία να καταλαβαίνει όχι μόνο το πώς γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης αλλά να ακονίζει το μυαλό και τις ευαισθησίες της για να μπορεί να «απολαμβάνει» πραγματικά τα ωραία πράγματα που η ζωή και η τέχνη προσφέρουν. Και δικαιώθηκε ο Ρίτσος. Γιατί έμεινε αταλάντευτος στα «πιστεύω» του είτε αυτά είχαν να κάνουν με τη ζωή και την ένταξή του στο κομμουνιστικό κόμμα, είτε είχαν να κάνουν με την τέχνη του.

Σήμερα, οι κομμουνιστές μπορούν εξίσου καλά να χαίρονται τα επικαιρικά του ποιήματα, τα ποιήματα που γράφτηκαν και που προσφέρθηκαν απ' το Ρίτσο σαν η πρακτική και καθημερινή συμβολή του στον αγώνα του τόπου του και των συντρόφων του για ελευθερία, με τα ποιήματα εκείνα τα «δυσνόητα» που περιλαμβάνουν αναζητήσεις «υπαρξιακές» και φιλοσοφικές, που έχουν να κάνουν με τη φιλολογική παράδοση που μας κληροδότησε η Αρχαία Ελλάδα, που υμνούν τον έρωτα και το κάλλος του ανθρωπίνου σώματος.

Οι ήρωες είναι άνθρωποι καθημερινοί
Και χαίρομαι γιατί μιλώντας με νέους κομμουνιστές διαπιστώνω πως τα πράγματα έχουν πια βρει τις σωστές τους διαστάσεις και πως «υπαρξιακή αναζήτηση» δεν σημαίνει κάτι το νεφελώδες, που δεν είμαστε σίγουροι τι, και χρεώνοντάς το στον Σαρτρ το αφήνουμε στην άκρη αλλά σημαίνει ακριβώς το να θέτει κανείς στον εαυτό του τα ερωτήματα εκείνα που απασχολούν κάθε άνθρωπο, πολύ περισσότερο τον άνθρωπο που είναι «ταγμένος» στο να αγωνίζεται για το καλό του ανθρώπου. Τι είμαστε, τι κάνουμε, τι θέλουμε, γιατί υπάρχουμε, γιατί αγωνιζόμαστε; Μέσα από μια ιδεολογία που δίνει βάσεις γερές, τα ερωτήματα αυτά βρίσκουν τις απαντήσεις τους. Οχι πάντα εύκολα, αλλά τις βρίσκουν.

Και η ποίηση του Ρίτσου μας συντροφεύει στην αναζήτηση αυτή, γιατί ακριβώς αυτό μας δείχνει, για παράδειγμα, με τον Ορέστη του, πως δεν υπάρχουν υπεράνθρωποι, πως οι ήρωες είναι άνθρωποι καθημερινοί, που μέσα από μάχες δύσκολες που δίνουν με τον εαυτό και τις επιθυμίες τους, ξεπερνούν πολλές φορές τα «θέλω» τους και υψώνονται πάνω απ' την καθημερινότητά τους, αφήνουν σε δεύτερη μοίρα την ανάγκη του παρόντος τους για να διεκδικήσουν το μέλλον, το δικό τους και όλων των συνανθρώπων τους. Και δεν είναι εύκολη δουλειά. Το ξέρετε άλλωστε.

Δεν θέλω να σας φάω το χρόνο μια και υπάρχουν τόσο ενδιαφέρουσες ομιλίες και ανακοινώσεις, μόνο να πω ακόμα μια φορά, πόσο χαρούμενη είμαι γιατί μέσα από αυτό το «Ετος Ρίτσου», μέσα από τις εκδηλώσεις που έχω παρακολουθήσει σε σχολεία, πνευματικά κέντρα, πολιτιστικούς συλλόγους, δήμους, βιβλιοθήκες, εγώ τουλάχιστον διαπίστωσα πως η ποίηση είναι ζωντανή και ο κόσμος νοιάζεται και ενδιαφέρεται και σκέφτεται και αισθάνεται και αναρωτιέται και ψάχνει και πως όχι, δεν μας έχει ισοπεδώσει η παγκοσμιοποίηση. Οι άνθρωποι διψούν για το καλό και το ωραίο και το δείχνουν σε κάθε ευκαιρία.

Στο χέρι του καθενός μας είναι αυτό να το προασπίσει και να το τονώσει. Στο χέρι των κομμουνιστών είναι να σκύψουν πάνω απ' τον πολιτισμό και να ενισχύσουν κάθε προσπάθεια ειλικρινή και ουσιαστική, χωρίς φοβίες, χωρίς και την έγνοια «μα είναι μέσα στα πλαίσια που το θέλουμε;», γιατί κάθε ειλικρινής προσπάθεια έκφρασης, είναι μέσα στα πλαίσια που τη θέλουμε, εφ' όσον στοχεύει στο να διευρύνει τους ορίζοντές μας. Ο Ρίτσος μάς το έδειξε αυτό και μας άνοιξε δρόμους. Ας τους ακολουθήσουμε. Είναι η μεγαλύτερη τιμή που με τη σειρά μας μπορούμε να προσφέρουμε στον ποιητή.

Τρίτη, Νοεμβρίου 17, 2009

Μίκης Θεοδωράκης: ο Επιφανής της οδού Επιφανούς

«Οταν εσύ φωνάζεις
εγώ κοιμάμαι
όταν εσύ πονάς
εγώ χασμουριέμαι
όταν εσύ σφαδάζεις
εγώ ξύνομαι.
Σεπτέμβριος
ημέρα δεκάτη έκτη
της Δημιουργίας
Διονύση»

(Μίκη Θεοδωράκη Ο Ηλιος και ο Χρόνος- Γενική Ασφάλεια, Μπουμπουλίνας, Αύγουστος και Σεπτέμβριος 1967)




Η μέρα ξεκίνησε με τον ΚΥΡ στο Βήμα. Και με την απάντηση στον Διονύση Μάνεση, που έγραψε ένα ποστ στο ιστολόγιο του 6ου λυκείου Καλλιθέας. Κι έτσι θυμήθηκα τον Μίκη Θεοδωράκη, όμηρο της χούντας των συνταγματαρχών και τους καιρούς του Πολυτεχνείου εξόριστο στο Παρίσι. Από όπου "όργωνε" τον κόσμο και έδινε συναυλίες για την απελευθέρωση της πατρίδας, η οποία επανειλημμένα και για μεγάλο χρονικό διάστημα τον βασάνισε, τον φυλάκισε, τον εξόρισε, με δυο λόγια τον εδίωξε. Αλλά το Πολυτεχνείο έχει σημαδευτεί από τα δικά του τραγούδια (όπως και ζωές μας, άλλωστε). Δεν θα βρείτε πουθενά βίντεο χωρίς τη Ρωμιοσύνη του, το κατεξοχήν μουσικό σύμβολο του Νοέμβρη. Κι ας έχουν πεθάνει τα σύμβολα. Και το Πολυτεχνείο και η Ρωμιοσύνη και ο Θεοδωράκης είναι ολοζώντανοι. Προς μεγάλη ευτυχία και παραμυθία δική μας.

Λίγο πριν από τα δελτία ειδήσεων των 8 ήρθε στις θυρίδες του ηλεκτρονικού μας ταχυδρομείου μια σαρκαστική δήλωση του Μίκη- στο ίδιο πνεύμα με τη γελοιογραφία του ΚΥΡ. Τότε (επιτέλους)ξύπνησε μέσα μου η δημοσιογράφος και αναρωτήθηκα γιατί διαμαρτύρεται. Βρήκα πρώτα την προκήρυξη των νεανίσκων, με την οποία τον εγκαλούν διότι, λέει... όπως και ο Μίμης Ανδρουλάκης, έξω από το σπίτι του οποίου έβαλαν τη χύτρα τους για να μαγειρέψουν σκοταδισμό, έτσι και «άλλες επιφανείς προσωπικότητες της 'αντι-δικτατορικης' αυτοεξορίας, στο Παρίσι της καλοπέρασης , οπως ο Μικης Θεοδωρακης , ο Βασιλης Βασιλικος κ.α. συγκεντρώνουν ολα τα παραπανω χαρακτηριστικά. Γνωστοί πρωην αριστεροί με κύρος και διεθνή φήμη , που ξεπληρώνουν τις ολιγοήμερες 'διακοπές' τους στα κρατητήρια της Ασφάλειας με βουλευτικά και υπουργικά αξιώματα (ο 'αγωνιστής' Μ. Θεοδωράκης διετέλεσε υπουργός 'ανευ χαρτοφυλακίου' σε προηγούμενη κυβέρνηση της Ν.Δ.) Θα έπρεπε τουλάχιστον να ντρέπονται απέναντι στους χιλιάδες ανώνυμους αριστερούς, που ξυλοκοπήθηκαν ,βασανίστηκαν, φυλακίστηκαν, και εκτελέστηκαν... Για αυτους που δεν υπήρξε και δεν θα υπάρξει ουτε μια σελίδα στην επίσημη ιστορία των νικητών. Αντιθετα η πλέμπα της αριστερής διαννόησης αρέσκεται να συνεστιάζεται σε καθε ευκαιρία με τους εκπροσώπους της δημοκρατίας και της τάξης, ανταλλάσσοντας φιλοφρονήσεις σε εγκαίvια και δεξιώσεις της 'καλής κοινωνίας'.Ειναι η πικρόχολη λιγοψυχία όλων αυτων ,που ποτε δεν ειχαν ψυχή. Αυτων που ανέξοδα πρόδωσαν οτι γράφτηκε με αίμα .Γιατί ,οσο κι αν διαφωνούμε, με την ιδεολογία και τα οράματα 'του λαικου ξεσηκωμου' ,των προηγούμενων γενιών , σεβόμαστε αυτους που μάτωσαν για τις ιδεές τους ή πέθαναν με το 'οπλο στο χέρι,περήφανοι , χωρίς κανένα αντάλλαγμα.»


Δεν έχει κανείς τους ανάγκη από τη δική μου συνηγορία. Ούτε και τα άφρονα παιδάκια (κάθε ηλικίας) θα βάλουν μυαλό αν γράψω ή δεν γράψω κάτι. Ομως, επειδή αν σταματήσουμε να αντιδρούμε η τρομοκρατία και κάθε αδικία θα μας νικήσουν, αναδημοσιεύω την περήφανη απάντηση του Μίκη Θεοδωράκη. Πρώτα σε φωτογραφική αναπαραγωγή:



Και τώρα το κείμενο:
«Λεβέντες μου σας καμαρώνω! Είστε οι συνεχιστές του Κολοκοτρώνη , του Ανδρούτσου και του Άρη σε σύγχρονη εκδοχή. Και γιαυτό η τελευταία ελπίδα του προδομένου λαού μας. Με την γενναία σας δημόσια αποκήρυξη μου, μου ανοίξατε τα μάτια. Ομολογώ,έστω και καθυστερημένα ότι υπήρξα ένας ελεεινός και σιχαμερός προδότης-συνεργάτης της χούντας και της αντιλαικής δεξιάς και τώρα μετανοιωμένος αναζητώ την δίκαιη τιμωρία μου. Το σπίτι μου βρίσκεται σε μικρή πάροδο της οδού Γαριβάλδη και Επιφανού 1 και καθώς είμαι ξαπλωμένος , έχω απέναντι μου την πλαγιά του Φιλοπάππου, απ' που σας είναι πανεύκολο να με κάψετε ζωντανό και να με λυτρώσετε από τις τύψεις που με ζώνουν. Προς τούτο έχω ορθάνοιχτα τα παράθυρα μου για να σας διευκολύνω με κίνδυνο να πάθω γρίπη. Όμως ποιος λογαριάζει τέτοιες λεπτομέριεες όταν έχει να κάνει με terroristes-τιμωρούς όπως εσείς;"
Je vous remercie
Μίκης Θεοδωράκης

Υ.Γ. Καημένε Παπαδόπουλε που είσαν να καμαρώσεις την σπορά σου»

Ο Ηλιος και ο Χρόνος, συνέχεια:
«Τα κελιά ανασαίνουν
τα κελιά που βρίσκονται ψηλά
τα κελιά που βρίσκονται χαμηλά
η βροχή μας ενώνει
ο ήλιος ντράπηκε να φανεί, Νίκο
Γιώργο, κρατιέμαι από ένα λουλούδι.»


Εσείς από πού κρατιέστε άραγε, λεβέντες;

Πέμπτη, Νοεμβρίου 12, 2009

Πρεβελάκης, Σωτηρίου, Ρίτσος: Το θέμα είναι τώρα τι κάνουμε...

Κατά πάσα βεβαιότητα, μονάχα στην Ελλάδα συμβαίνουν αυτά: να συμπληρώνονται εκατό χρόνια από τη γέννηση προσωπικοτήτων που λάμπρυναν τα Γράμματά της και τα παγκόσμια Γράμματα και τα υπουργεία να μην κάνουν τα αυτονόητα, αντίθετα, να βάζουν και εμπόδια.
Εξηγούμαι: εκατό χρόνια από τη γέννηση του Παντελή Πρεβελάκη φέτος. Το υπουργείο Πολιτισμού (εσχάτως και Τουρισμού) ούτε καν το θυμήθηκε. Το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου δεν οργάνωσε κάποια εκδήλωση, κάποια έκδοση, κάτι τέλος πάντων για τον σπουδαίο Κρητικό διανοούμενο με την τόσο πλούσια μελετητική και συγγραφική δράση. Για το υπουργείο Παιδείας (και δια βίου μάθησης και τα λοιπά) δεν γνωρίζω, άρα θα το απαλλάξω...
Εκατό χρόνια και από τη γέννηση της Διδώς Σωτηρίου. Το μεν ΥΠΠΟ-ΤΟΥΡ, πάντοτε δια του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, ουδέν σκέφτηκε (ή θέλησε) να κάνει. Σιωπή μεγάλη για μια συγγραφέα διεθνούς φήμης. Τι κρίμα...
Αλλά και το υπουργείο Παιδείας, το... παράκανε. Οπως έχω επανειλημμένα γράψει στο ιστολόγιο αυτό, ο ανιψιός και κληρονόμος της συγγραφέως Νίκος Μπελογιάννης διαμαρτύρεται εδώ και καιρό γιατί τα περίφημα «Ματωμένα Χώματα» δόθηκαν στους μαθητές για ένα- δυο μήνες ή και καθόλου και έκτοτε μαζεύτηκαν και βρίσκονται σε κιβώτια (σε σχολικές βιβλιοθήκες απαντούσαν οι προκάτοχοι της κ. Διαμαντοπούλου. Καλό ανέκδοτο!). Ο Νίκος Μπελογιάννης έστειλε, λοιπόν, τον περασμένο Φεβρουάριο εξώδικο προς τον τότε υπουργό Παιδείας Αρη Σπηλιωτόπουλο ζητώντας να μοιραστεί και πάλι το βιβλίο στους μαθητές της ΣΤ’ Δημοτικού, αντί να βρίσκεται στις (ανύπαρκτες όπως λέει) σχολικές βιβλιοθήκες.
«Είναι πασίγνωστο» τονίζει ο Ν. Μπελογιάννης, «ότι οι σχολικές βιβλιοθήκες των δημοτικών σχολείων της χώρας στις οποίες υποτίθεται ότι απεστάλησαν τα 113.000 αντίτυπα του επίμαχου βιβλίου αριθμούν κυριολεκτικά….μηδέν!!! Εκτός αν το Υπουργείο σας θεωρεί σχολικές βιβλιοθήκες κάποια «ράφια» πολλαπλών χρήσεων, που έχουν τοποθετηθεί σε μερικά σχολεία με πρωτοβουλία των εκπαιδευτικών».
Αυτό το παραδέχεται το υπουργείο, που με απάντησή του τον Μάιο του 2009 λέει: «Οσον αφορά στην οργάνωση Σχολικών Βιβλιοθηκών στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση σας γνωστοποιούμε ότι βρίσκεται σε πιλοτική εφαρμογή. Ωστόσο σε όλες τις σχολικές μονάδες λειτουργούν συμβατικές βιβλιοθήκες οι οποίες έχουν ιδρυθεί με πρωτοβουλία των Συλλόγων Γονέων και Κηδεμόνων και των μαθητών και στις οποίες τοποθετούνται τα πάσης φύσεως βοηθήματα». Τώρα τι θα πει συμβατικές βιβλιοθήκες; Στην καλύτερη περίπτωση ράφια, όπως έλεγε και ο Ν. Μπελογιάννης. Οπερ έδει δείξαι. Εκεί βρίσκονται ακόμη και περιμένουν μια γενναία πολιτική πρωτοβουλία για να βγουν και να φτάσουν στα παιδιά.

Πάμε στον Γιάννη Ρίτσο: Το ΥΠΠΟ (τότε) κήρυξε το 2009 έτος Ρίτσου και μετά κοιμήηηηηηθηκε. Ο,τι έκανε το ΕΚΕΒΙ το έκανε, αλλά κανείς υπουργός δεν έδωσε μια συνέντευξη Τύπου για να παρουσιάσει το έτος, τις εκδηλώσεις, κάτι τέλος πάντων. Εννοείται, ούτε και χρήματα δόθηκαν ποτέ στο ΕΚΕΒΙ. Τώρα το έτος τελειώνει και ακόμη κάποιες εκδόσεις βρίσκονται στα προσεχώς.
Αλλά το εξωφρενικό έρχεται από το υπουργείο Παιδείας (κ.λπ.) Λοιπόν εκεί, δεν έτυχε, πέτυχε. Κάποιοι σκέφτηκαν πως «Η σονάτα του σεληνόφωτος» το αριστούργημα του ποιητή, παραμπήκε, βρε παιδάκι μου, στη διδακτέα ύλη της Γ’ Λυκείου. Και την έβγαλαν! Φέτος, στο Ετος Ρίτσου, εξαίρεσαν τη Σονάτα, ένα έργο που πολύ αγαπούν τα παιδιά, από την ύλη!
Μάλιστα, ήταν στο πρόγραμμα δέκα χρόνια. Αλλά το μόνο που περιλαμβάνεται τόσα χρόνια είναι; Και, εν πάση περιπτώσει, αυτό έπρεπε να γίνει ΜΕΣΑ στο Ετος Ρίτσου; Στο κηρυγμένο από την πολιτεία Ετος Ρίτσου;

Για να μην είμαι άδικη, θα πω ότι όλα αυτά έγιναν πριν από την ανάληψη καθηκόντων από την Αννα Διαμαντοπούλου. Και για να μην κάνω απλώς κριτική, θα μεταφέρω και την πρότασή μου: αφού η προηγούμενη κυβέρνηση τα έκανε μούσκεμα με τους τρεις, δεν αναλαμβάνει πρωτοβουλίες η κ. Διαμαντοπούλου να γίνει τουλάχιστον κάτι στα σχολεία, μαζί με τον Νίκο Καββαδία, του οποίου τα εκατό χρόνια από τη γέννηση συμπληρώνονται το 2010; Κάτι, ας πούμε, στο πλαίσιο επαναφοράς και εκείνου του σπουδαίου προγράμματος Μελίνα, που καταργήθηκε από τους προηγούμενους ενώ έχει τόσα πολλά να προσφέρει;

ΥΓ. Χθες ήταν τα 19 χρόνια από την κοίμηση του Γιάννη Ρίτσου. Του χρόνου 20. Ενας ακόμη λόγος να παραταθεί το Ετος...

Τρίτη, Νοεμβρίου 03, 2009

«Λαοκρατία» και «κόκκινα» αυγά...

«Τον δε μηδέ τώνδε (των πολιτικών) μετέχοντα, ουκ απράγμονα, αλλ' αχρείον νομίζομεν είναι» έγραφε ο πολυαγαπημένος μου Θουκυδίδης στον Επιτάφιο. Για όσους δεν ξέρουν αρχαία, μεταφράζω: «όποιον δε μετέχει στα πολιτικά, δεν τον θεωρούμε φιλήσυχο, άλλά άχρηστο {πολίτη)» Από τα (επαναστατημένα) νιάτα μου δεν έμαθα, λοιπόν, ποτέ να είμαι αμέτοχη.
Δεν θα παραστήσω πως η επίθεση με αυγά στον πολυχώρο Φλοράλ στα Εξάρχεια όπου η Σώτη Τριανταφύλλου παρουσίαζε το νέο της βιβλίο, δεν με αφορά. Ενώνω τη φωνή μου με όσους την καταδικάζουν και προσυπογράφω το κείμενο που έγραψε η συντακτική ομάδα της Book Press:

Ένα ακόμη θλιβερό «χάπενινγκ» με πρωταγωνιστές δήθεν αντιεξουσιαστές έλαβε χώρα χθες βράδυ, κατά τη διάρκεια της παρουσίασης του νέου βιβλίου της Σώτης Τριανταφύλλου, στο καφέ Φλοράλ στα Εξάρχεια. Αυγά, κραυγές, ασύντακτο κοινωνικό μίσος...

Εκφράζουμε την αμέριστη συμπαράσταση και αλληλεγγύη μας στη συγγραφέα, η οποία τους τελευταίους μήνες έχει γίνει στόχος πολλαπλών και ιδιαιτέρως χυδαίων επιθέσεων.

Δηλώνουμε: Δεν θα αφήσουμε την πόλη μας στα χέρια φασιστοειδών κανενός χρώματος ή απόχρωσης. Θα συνεχίσουμε να μιλάμε, να εκφραζόμαστε, να σκεφτόμαστε ελεύθερα.



Μαζί τους!

Και για όσους δεν ξέρουν το θέμα, να το δημοσίευμα του in.gr: «Στόχος νεαρών που δήλωσαν 'αντιεξουσιαστές' έγινε το βράδυ της Δευτέρας η γνωστή συγγραφέας Σώτη Τριανταφύλλου, κατά την παρουσίαση του βιβλίου της με τίτλο 'Ο χρόνος πάλι', στον πολυχώρο 'Φλοράλ' στα Εξάρχεια. Σύμφωνα με τα Νέα, μία ομάδα επτά νεαρών εισέβαλε στην αίθουσα και πέταξε αυγά εναντίον της. Οι νεαροί ζήτησαν από τη συγγραφέα να αποχωρήσει, απαιτώντας μάλιστα να παρουσιάζει στο εξής τα βιβλία της στο Κολωνάκι.

'Ορισμένοι αισθάνονται κατατρεγμένοι, εγώ δεν είμαι. Η ενέργεια δείχνει το κοινωνικό μίσος που θεωρείται επαναστατικό, ενώ είναι συντηρητικό. Όλη η ενέργεια, ακόμα και η συμπεριφορά τους, δείχνει φονταμενταλιστική νοοτροπία. Δεν είναι τα αυγά αυτά καθαυτά, που είναι μία παλιά ιστορία, που συνήθως χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο διαδηλώσεων. Εδώ αισθάνθηκα ότι μου επιτέθηκαν θέλοντας να με πλήξουν ως άνθρωπο' δήλωσε στα Νέα η κ. Τριανταφύλλου.

Όπως είπε, έχει δεχτεί και παλιότερα απειλές. Συγκεκριμένα, την έχουν απειλήσει με μαχαίρι έξω από το σπίτι της, ενώ τής έχουν διαμηνύσει πως 'θα την πάθω σαν την Κούνεβα, αλλά από αριστερά'.

'Εγώ τα έχω συνηθίσει όλα αυτά -και ίσως οι άνθρωποι αυτοί σε δύο χρόνια να πιστεύουν κάτι άλλο' πρόσθεσε.

Πάντως, η εισβολή των νεαρών στο 'Φλοράλ' δεν διέκοψε την εκδήλωση, που ολοκληρώθηκε κανονικά με την ομιλία της συγγραφέως, ενώ ακολούθησε συζήτηση με τους πολίτες που είχαν πάει στον πολυχώρο για την παρουσίαση του βιβλίου.

Με ανακοίνωσή του ο ΣΥΝ καταγγέλλει την επίθεση αυτή, τονίζοντας ότι 'τροφοδοτεί το κλίμα της γενικευμένης αστυνομοκρατίας που επικρατεί στην περιοχή των Εξαρχείων όλο το τελευταίο διάστημα'.

Πράξεις σαν την χθεσινή οδηγούν στον εκφασισμό της περιοχής των Εξαρχείων με έναν άλλο τρόπο', καταλήγει.»

Παρότι δεν έχω καμία υποχρέωση να το διευκρινίσω, λέω πως δεν είχα τη χαρά να είμαστε ποτέ φίλες με τη συγγραφέα και πως έχουμε τουλάχιστον πέντε χρόνια να συναντηθούμε. Αλλά δεν μπορώ να βλέπω να παραφράζεται (και μάλιστα επί το γελοιωδέστερον) το «όπου δεν πίπτει λόγος πίπτει ράβδος» και να παριστάνω ότι βρέχει...

Κυριακή, Νοεμβρίου 01, 2009

Ο Ρωμαίος και η Ιουλιέττα και τα σκοτάδια της ελληνικής Αριστεράς

Η ζωή δεν υπήρξε γενναιόδωρη μαζί τους. Τους ένωσε για λίγο, σε δύσκολα, σκοτεινά χρόνια, και μετά τους χώρισε για πάντα. Εκείνος, ο Νίκος Μπελογιάννης, εκτελέστηκε πριν από το ξημέρωμα της 30ης Μαρτίου 1952 και παραχώθηκε νύχτα ακόμη στο Γ’ Νεκροταφείο. Εκείνη, η Ελλη Παππά, καταδικασμένη επίσης σε θάνατο, «τιμωρήθηκε» να ζήσει, επειδή ήταν μωρομάνα (επτά μήνες πριν είχε φέρει στον κόσμο τον μονάκριβο γιο τους, καρπό του μεγάλου τους έρωτα) χωρίς ποτέ να ξεχάσει. Αγωνίστρια σε όλα της, αιρετικό μυαλό, τολμηρός άνθρωπος, πεισματάρα και αποφασιστική, μεγάλωσε το παιδί τους και πλούτισε τα ελληνικά Γράμματα, όπως και την ελληνική κοινωνία με το ήθος και τις αξίες της. Πενήντα επτά χρόνια μετά, η Ιστορία επανόρθωσε εν μέρει. Ο συνονόματος του Νίκου Μπελογιάννη γιος τους, αποφάσισε να επιδαψιλεύσει και στους δύο την στοργική φροντίδα μιας κοινής κηδείας. Τα οστά του πατέρα του τοποθετήθηκαν κατά τη διάρκεια της πολιτικής τελετής μαζί με το φέρετρο της μητέρας του και στη συνέχεια κλείστηκαν για πάντα στον κοινό τους τάφο. Πικρή λεπτομέρεια: η Ελλη Παππά έφυγε στις 27 Οκτωβρίου, ανήμερα των γενεθλίων του συντρόφου της, Η πολιτική τελετή έγινε το πρωινό του Σαββάτου στο μνημείο της Εθνικής Αντίστασης, στο Γ’ Νεκροταφείο της Αθήνας, με τη συμμετοχή εκατοντάδων συγκλονισμένων ανθρώπων από τις γενιές της Αντίστασης, των Λαμπράκηδων και τις κατοπινές. Με πολιτικούς και στεφάνια από όλες τις παρατάξεις, πλην εκείνης που σκότωσε τον Νίκο Μπελογιάννη και τους άλλους τρεις συντρόφους του και κράτησε χρόνια στις φυλακές την Ελλη Παππά. Δεν πήραν λοιπόν κανένα δίδαγμα; Οι ομιλητές σκιαγράφησαν με αγάπη την προσωπικότητα της Ελλης Παππά, αλλά και του συντρόφου της. «Είσαστε η περιουσία μας» είπε ο πρόεδρος του ΣΥΝ Αλέξης Τσίπρας στη γεμάτη θέρμη ομιλία του. «Η Έλλη Παππά είναι η γυναίκα που δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές της κι όμως ήταν η πιο καλλιεργημένη. Είναι η γυναίκα που εργάστηκε και πέτυχε την χειραφέτησή της. Είναι η δημοσιογράφος που λάτρεψε την ελληνική γλώσσα. Είναι η αγωνίστρια που οργανώθηκε σε καιρούς δύσκολους χωρίς να φοβηθεί κατοχικά στρατεύματα και στρατοδικεία. Είναι η σύντροφος που φώναξε ‘Θέλω να έχω την ίδια τύχη με τον Μπελογιάννη. Είναι η μάνα που γέννησε στην φυλακή και από εκεί έγραφε παραμύθια για τον γιο της. Είναι η συγγραφέας και η ιστορικός που άφησε την δική της σφραγίδα. Είναι η φυλακισμένη και εξόριστη για χρόνια, που κράτησε όρθιο το ανάστημα της και το φρόνημα των συγκρατούμενων της. Είναι το κομματικό μέλος που δεν δίστασε να πάει κόντρα στον κομματικό μηχανισμό. Είναι το ανήσυχο πνεύμα που ήθελε την κάθαρση της μαρξιστικής σκέψης από τις σταλινικές στρεβλώσεις.»
video
«Της χρωστάμε κάτι παραπάνω από την ανάγνωση του Πλάτωνα, του Λένιν, του Χέγκελ και του Μαρξ. Της χρωστάμε το δίδαγμα του πώς κρατιέται κανείς ορθός χωρίς να παραπαίει ή να παραιτείται, πώς περισώζει την αξιοπρέπειά του και πώς λαξεύει την αυτοσυνειδησία του, παρά τα συνεχή κυνηγητά και τις ανηλεείς διώξεις, τα στρατοδικεία, τις φυλακές και τις εξορίες, τις επώδυνες διαψεύσεις των ελπίδων και τις χρεωκοπίες των ιδεολογιών στις οποίες είχε επενδύσει τα ιδανικά του» τόνισε για την εκλιπούσα ο Αγγελος Δεληβορριάς, διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη- στο Μουσείο έχει εμπιστευθεί η Ελλη Παππά την πολιτική της διαθήκη. Ο Δημήτρης Πλουμπίδης, γιος του εκτελεσμένου Νίκου Πλουμπίδη, συνεργάτη της Ελλης και του Νίκου, τόνισε πως η Ελλη τον σφράγισε, όπως σφράγισε όλους μας. Η Φανή Πετραλιά μετέφερε τη «συγγνώμη» των δημοσιογράφων που η ΕΣΗΕΑ δεν ήθελε να εγγράψει στα μέλη της την Ελλη Παππά, διότι... είχε καταδικαστεί σε θάνατο. Μίλησαν επίσης ο Ηλίας Νικολακόπουλος και ο Μανώλης Σαργεντάκης από την παρέα της Κοκκινιάς. Οσο διαρκούσε η τελετή σιγά- σιγά ο λαμπρος ήλιος εξαφανιζόταν και ο ουρανός άρχισε να σκοτεινιάζει. Οταν η πορεία των σιωπηλών και συγκινημένων ανθρώπων έφτασε στο μνήμα, ξεκίνησε μια ψιλή βροχούλα, που δεν πτόησε τον κόσμο: αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης και παλαιοί Λαμπράκηδες, ενωμένοι με εκπροσώπους κατοπινών γενεών τραγούδησαν αντάρτικα και επαναστατικά τραγούδια, το τραγούδι του Μπελογιάννη και τον Εθνικό Υμνο, ραίνοντας τους νεκρούς με κόκκινα γαρύφαλλα και με τα δάκρυα της ψυχής τους. Οι εκκρεμότητες που έμειναν, είναι σημαντικές: κάποτε το κράτος πρέπει να αποφασίσει ότι θέλει να είναι δίκαιο και να δώσει στη δημοσιότητα τα όποια ντοκουμέντα έχει από την ασφάλεια, τις φυλακές, τα κρατητήρια και τα στρατοδικεία. Επίσης, το ΚΚΕ πρέπει να ανοίξει τους φακέλους Μπελογιάννη και Παππά (πολύ, δε περισσότερο, του Νίκου Πλουμπίδη) στους οποίους, όπως και στα υπόλοιπα αρχεία του, δεν υπάρχει πρόσβαση. Τέλος, αναμένεται να βγουν ακόμη δυο βιβλία της Ελλης Παππά και μια μελέτη του Νίκου Μπελογιάννη. Ο γιος τους είχε δρομολογήσει τις εκδόσεις πριν από πολύ καιρό.

Τρίτη, Οκτωβρίου 27, 2009

Ελλη Παππά: μια γενναία γυναίκα μάς αποχαιρέτησε

«Ο ύπνος/ ανοίγει την ψυχή/ στο όνειρο./ Ωσπου να το σκεφτεί/αν έχει/ δικαίωμα στο όνειρο/ έφυγε η νύχτα.»
(Δουλειά της φυλακής)


Ακριβώς σε δύο μήνες θα έκλεινε τα 89 της χρόνια. «Εφυγε», λοιπόν, θα έλεγε κανείς πλήρης ημερών. Οπως και πλήρης ονείρων, αλλά και πικρών στιγμών. Η Ελλη Παππά, που έκλεισε για πάντα τα μάτια της στις 6 το πρωί στην Ευρωκλινική, είχε μια ζωή από αυτές που χαρακτηρίζονται «μυθιστορηματικές»: γεμάτη ομορφιά, αλλά και δυσκολίες.
Γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1920, πέμπτο παιδί της οικογένειας Ευαγγέλου Παππά και Μαριάνθης Παπαδοπούλου- το αγαπημένο «Ελλάκι» της μεγαλύτερης αδερφής της Διδώς Σωτηρίου. Η Διδώ κι εκείνη, τόσο διαφορετικές σαν χαρακτήρες, με το ίδιο πείσμα και με την ίδια θέληση πάντως, ήταν στενά δεμένες. Ιδίως με την υπόθεση Μπελογιάννη, με την σύλληψη, δίκη και καταδίκη της Ελλης, η Διδώ ήταν αυτή που έτρεχε παντού προσπαθώντας να βοηθήσει την αδερφή της. Η Διδώ μεγάλωσε τον Νίκο, καρπό αγάπης της Ελλης με τον Νίκο Μπελογιάννη, ενόσω η Ελλη ήταν στη φυλακή για τις πολιτικές της ιδέες.
Είχε μεγαλώσει στον Πειραιά. Έβγαλε το γυμνάσιο στον Πειραιά και την Κοκκινιά. Φοίτησε στη Φιλοσοφική και στη Νομική του Πανεπιστημίου και στη Γαλλική Σχολή της Αθήνας, και ταυτόχρονα άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος.
Από τις πρώτες τάξεις του γυμνασίου εντάχθηκε στις γραμμές του κοινωνικού κινήματος (Κοινωνική Αλληλεγγύη του Καρβούνη) και αργότερα στην ΟΚΝΕ. «Γεννήθηκα στην Σμύρνη, παραμονή της καταστροφής, πέμπτο παιδί, αθέλητο και παραπεταμένο», γράφει αυτοβιογραφούμενη. «Η μάνα μου αρνήθηκε να με θρέψει. Δεν ήμουν παιδί, ήμουν άλλο πράμα και με πέταξε. Επέζησα χάρη στη μεγαλύτερη αδελφή της μητέρας μου. Η καταστροφή έφερε την οικογένεια στον Πειραιά.
Την υγεία μου την ανέλαβε η θάλασσα του Πειραιά και την αγωγή μου τα αλητάκια του Πειραιά. Όλα έδειχναν ότι η προλεταριακή μου συνείδηση ήταν εξασφαλισμένη. Τότε μπήκαν στη ζωή μου τα μεγαλύτερα παιδιά της οικογένειας, ο Γιώργος, που έγινε ασυρματιστής, και ο «άγγελος της ζωής μου», η Διδώ (Σωτηρίου), που ζούσε με την πλούσια αντιδραστική θεία, αδελφή του πατέρα μας. Από τη σκληρή δουλειά του ο Γιώργος, από μια έμφυτη συνείδηση η Διδώ, από κοντά κι η μάνα μας, είχαν γίνει και οι τρεις κομμουνιστές».
Στην Κατοχή, στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Πήρε ενεργό μέρος στην Αντίσταση. Στον Εμφύλιο Πόλεμο, σε παράνομο τυπογραφείο του Ριζοσπάστη. Μετά τον Εμφύλιο, συνεργασία με Πλουμπίδη και Μπελογιάννη με πολιτικό στόχο την αποκατάσταση της Δημοκρατίας και το κλείσιμο των πληγών που άφησε ο αδελφοκτόνος πόλεμος.
Τη συνέλαβαν στο τέλος του 1950, λίγες μέρες μετά τη σύλληψη του συντρόφου της Νίκου Μπελογιάννη. Δικάστηκαν μαζί σε δύο δίκες, με καταδίκες σε θάνατο. Δεν την εκτέλεσαν γιατί ο γιος τους, που γεννήθηκε στη φυλακή, ήταν τότε 7 μηνών κι ο Πλαστήρας δεν τόλμησε να εκτελέσει μάνα μωρού παιδιού. Έμεινε συνολικά 13 χρόνια στη φυλακή.


Κατά τη δευτερολογία της στη δεύτερη δίκη, η Ελλη είχε πει για το θέμα αυτό: «Διάβασα στις εφημερίδες τις δηλώσεις του προέδρου της κυβερνήσεως πως δεν θα εκτελεσθούν γυναίκες και δη μητέρες ανηλίκων τέκνων. Επειδή συμβαίνει να έχω και τις δυο αυτές ιδιότητες, είμαι υποχρεωμένη να δηλώσω ότι δε δέχομαι αυτή τη θλιβερή εξαίρεση.
Η δήλωση του πρωθυπουργού είναι μια ακόμα ομολογία πως η δίκη αυτή είπναι καθαρά πολιτική και δεν έχει καμία σχέση με κατασκοπίες (σ.σ. η παραπομπή γινόταν με τον περιβόητο νόμο 509 περί κατασκοπίας, επειδή, ακριβώς, η δεξιά προσπαθούσε να κρύψει τον πολιτικό χαρακτήρα των δικών). Φοβάται ο κ. Πλαστήρας πως θα προσβληθεί το αίσθημα του λαού από το θάνατο μιας μητέρας και δε φοβάται πως θα προσβληθεί από την αδικία της τυχόν εκτέλεσης του Μπελογιάννη, του Λαζαρίδη και των άλλων θυμάτων του; Δε φοβάται τι θα νιώσει αυτός ο λαός που του υποσχέθηκε ειρήνευση και λήθη και του προσφέρει ξανά αίμα και δάκρυα;
Δε δέχομαι τη θλιβερή εξαίρεση που μου προσφέρει ο κύριος πρωθυπουργίς. Δε διαχώρισα τις ευθύνες μου από κανένα, δε ζήτησα επιείκια από κανένα, πολύ λιγότερο θα ζητούσα φιλανθρωπία.»

«Τιμωρήθηκε» με το να ζήσει. Και έκανε σκοπό της ζωής της να υπηρετήσει Οράματα υψηλά. Αν και το ήξερε πως ΤΟ όραμα, δεν ήταν όπως το είχαν ελπίσει. Σε συνέντευξή της στη Ρούλα Γεωργακοπούλου (περιοδικό Ταχυδρόμος, 6/5/1992) έλεγε:
«Οταν ο Νίκος (σ.σ. ο σύντροφός της Νίκος Μπελογιάννης) πήγαινε στο ντουφέκι, δεν πήγε όπως πολλοί άλλοι, πριν την ήττα, πήγαιναν γελώντας και τραγουδώντας. Ο Νίκος όταν πήγε ήξερε ότι δεν υπήρχε όνειρο. Οτι το όνειρο είχε συντριβεί. Τα λόγια που μου είπε την τελευταία μέρα κάνουν την υπόθεση τραγωδία. Μου είπε: ‘και να σκέφτεσαι ότι πάμε να πεθάνουμε για ένα λάθος. Το λάθος ήταν η αποχή που είχε φέρει τον εμφύλιο. Ο εμφύλιος θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί. Ο Νίκος το ήξερε αυτό και δεν μου το είπε για να το κρύψω στα τρίσβαθα της ψυχής μου, αλλά σαν κάτι που όφειλα να το πω. Δεν το είπα για πολλά χρόνια. Φοβήθηκα. Πώς το λένε, δίστασα. Είχαμε τότε δύσκολες καταστάσεις κι εκείνη η συνήθεια να μη μιλάμε...»
Δεν μίλησε. Εχει φυλάξει όμως ντοκουμέντα από εκείνη την περίοδο, που το «Κόμμα» έλεγε τον αγαπημένο της συνεργάτη και έντιμο αγωνιστή Νίκο Πλουμπίδη, χαφιέ. Βρίσκονται σφραγισμένα στο Ελληνικό Ιστορικό Λογοτεχνικό Αρχείο (ΕΛΙΑ) μαζί με το σύνολο του αρχείου της.


Με τη δικτατορία, άλλον ενάμιση χρόνο στα Γιούρα. Η χούντα την απέλυσε, εντέλει, το 1968 γιατί είχε αρρωστήσει πολύ σοβαρά και φοβήθηκε για τη ζωή της, αλλά και με τις έντονες ενέργειες της Σοβιετικής Πρεσβείας, η οποία την καλούσε σε επίσημο ταξίδι στη Σοβιετική Ένωση. Αρνήθηκε τη σοβιετική πρόσκληση γιατί συνέπιπτε με τη σοβιετική επέμβαση στην Τσεχοσλοβακία. Μετά την απόλυσή της δε θέλησε να εργαστεί σε εφημερίδες της εποχής, εργάστηκε σε εγκυκλοπαίδειες και περιοδικά και αργότερα στην εφημερίδα Μακεδονία με ψευδώνυμο.
Με τη μεταπολίτευση ασχολήθηκε κυρίως με το πρόβλημα επανένωσης της Αριστεράς και με το πολιτιστικό κίνημα και επαγγελματικά στις εφημερίδες Μακεδονία και Έθνος και στο περιοδικό Γυναίκα, καθώς και με το γράψιμο και την έκδοση αρκετών βιβλίων της. Στο τέλος του 1990 αποσύρθηκε από την ενεργό δημοσιογραφία και από τότε ασχολήθηκε κυρίως με τα προβλήματα της Αριστεράς στη χώρα μας και με τη συγγραφή και την έκδοση μελετών πάνω στα φλέγοντα προβλήματα του καιρού μας. Συνόψιζε την επανασύνδεσή της με το ΚΚΕ, ως εξής: «Η επανένωση της Αριστεράς ξεκίνησε με καλούς οιωνούς και είχε οικτρό τέλος. Απεχώρησα από το ΚΚΕ, πράγμα που και η ηγεσία του επιθυμούσε».




Εγραψε τα βιβλία:




Μελέτες
Ο Πλάτωνας στην Εποχή μας (1981, 1998)
Οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς στο Κεφάλαιο του Μαρξ (1983, 1984)
Σπουδή στο θέμα της Ελευθερίας - Η έννοια της ελευθερίας στον προσωκρατικό υλισμό (1985)
Μύθος και ιδεολογία στη Ρωσική Επανάσταση - Οδοιπορικό από το ρωσικό αγροτικό λαϊκισμό στο λαϊκισμό του Στάλιν (1990)
Ο Λένιν χωρίς λογοκρισία και εκτός μαυσωλείου (1991)
Κομμούνα του 1871: Επανάσταση του 21ου αιώνα; (1992)

Λογοτεχνικά έργα
Το ημερολόγιο ενός φυλακισμένου (Μυθιστόρημα, Βουκουρέστι 1961)
Δουλειά της φυλακής (Διηγήματα και ποιήματα, 1979)

Άλλα έργα
Βίος και έργα της γάτας της Σοφής (1984)
Σελίδες από τον τύπο της Αντίστασης (1985)
Νίκος Κιτσίκης - Ο επιστήμονας, ο άνθρωπος, ο πολιτικός (1986)
"ΜΙΚΡΟΓΡΑΦΙΕΣ – Βιβλία από τη Φυλακή" (Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο - Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο)


Ο Δημήτρης Χουλιαράκης έγραψε για την τελευταία έκδοση στην εφημερίδα Το Βήμα, 17/12/2006


«Δεκατρία χρόνια έμεινε έγκλειστη η σύντροφος του Μπελογιάννη Ελλη Παππά, σηκώνοντας το βαρύ φορτίο της θανατικής καταδίκης για κατασκοπεία. Ομως, σε αντίθεση με εκείνον, δεν οδηγήθηκε στο απόσπασμα καθώς μέσα στη φυλακή είχε φέρει στον κόσμο το παιδί τους. Αρχικά κρατήθηκε σε απομόνωση στην Ασφάλεια κι έπειτα στις φυλακές Καλλιθέας, Κάστορος και Αβέρωφ. Για να ξεχνάει την πίκρα του εγκλεισμού, να αντιστέκεται στη βαρβαρότητα που την περιέβαλλε και κυρίως για να διαπαιδαγωγεί τον γιο της που μεγάλωνε με τη φροντίδα της αδελφής της Διδώς Σωτηρίου, η Παππά άρχισε να γράφει και να εικονογραφεί βιβλιαράκια που τα έδενε πρόχειρα και του τα χάριζε στα επισκεπτήρια. Η δωρεά αυτή των απαράμιλλων χρωμάτων και των θαυμαστών ιστοριών συνεχίστηκε για πολλά χρόνια, δημιουργώντας για τη μητέρα και το παιδί ένα ξέφωτο ελευθερίας και τρυφερής συνενοχής μέσα στις σκληρές συνθήκες της μετεμφυλιακής Ελλάδας.
Η κασετίνα που συνυπογράφουν το Ε.Λ.Ι.Α. και το Καλειδοσκόπιο περιλαμβάνει δέκα από τα βιβλιαράκια αυτά της «Μικρής μας Βιβλιοθήκης», όπως ονόμασε τη σειρά η εμνπνεύστριά της, που το καθένα τους είναι κι ένας ολόκληρος κόσμος. Ανάμεσά τους ξεχωρίσαμε τις «Εθνικές φορεσιές της Ελλάδας», τους «Τρεις μύθους του Λαφονταίν» (Η αλεπού κι ο κόρακας, Ο κόκορας κι η αλεπού, Το τζιτζίκι και το μερμήγκι), το «Κουκλοθέατρο του Μαθιού», το «Παραμύθι της ηλιόχωρας» και την έξοχη «Ιστορία του ξιπασμένου αλόγου» που αξίζει να δούμε μια δραματική της αποστροφή: «- Βρε Μπόυ, του έλεγε, παράξενο άλογο είσαι, μα την αλήθεια. Πιο πολύ κουράζομαι να τρέχω όταν σε καβαλάω παρά όταν τρέχω μόνος μου. Κι ούτε πολύ τον έπαιρνε στο πάρκο.
Ετσι ο Μπόυ άρχισε πάλι να διηγείται στο Σαντικλαίρ και στον Κοσονάκη τις αναμνήσεις του από την περίφημη βιτρίνα. Ετσι περνούσε ο καιρός. Και μια μέρα έγινε η καταστροφή. Εκεί που ο Γιωργάκης είχε καβαλικέψει τον Μπόυ και έτρεχε για να βγει στο διάδρομο, σκόνταψε στην άκρη της πόρτας, έγειρε μπροστά το κεφάλι του Μπόυ, προσπάθησε ο Γιωργάκης να κρατήσει πίσω το άλογο για να μην πέσει και ξαφνικά, κρακ-πατατράκ, σπάει το ξύλο που είχε για κορμί ο Μπόυ, πάρ' τον κάτω τον Γιωργάκη ανάμεσα στα σπασμένα κομμάτια του αλόγου. - Παληάλογο, φώναξε ο Γιωργάκης καθώς σηκωνότανε κι έτριβε τον ποπό του πού χτύπησε. Πήρε τα κομμάτια, τα πέταξε στο διάδρομο κι έτρεξε στη μαμά του φωνάζοντας».

Μια έξοχη συνέντευξή της στην Ελευθεροτυπία και στην Ολγα Μπακομάρου, μπορείτε να βρείτε εδώ


Η κηδεία της θα είναι πολιτική και θα γίνει Σάββατο πρωί ώρα 10.30 στο Γ΄ Νεκροταφείο της Αθήνας, όπου και ο τάφος του Νίκου Μπελογιάννη.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 08, 2009

Νόμπελ Λογοτεχνίας στη Χέρτα Μίλερ. Πού είναι ο Κούντερα οέο;

Εγραφε, λέει, για το καθεστώς Τσαουσέσκου. Και γι' αυτό της έδωσαν το Νόμπελ; Ναι ή όχι, έπαιξε τον ρόλο του. Και αφού ήθελαν να το δώσουν σε κάποιον «αντικαθεστωτικό» γιατί στην ευχή δεν το έδιναν στον Μίλαν Κούντερα;
Ο καθείς και οι εμμονές του, θα πείτε. Κολλημένη με τον Κούντερα. Λοιπόν, δεν είναι που δεν την ξέρω την καινούργια νικήτρια του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας Χέρτα Μίλερ. Είναι που νομίζω πως αν την ήξερε ο πλανήτης περισσότερο από τον Κούντερα ή τον Κανταρέ θα την ξέραμε κάπως και στην Ελλάδα. Είναι, επίσης, που θεωρώ πως αφού θέλουν εκεί στη Σουηδική Ακαδημία να βάζουν μέσα την πολιτική, τότε κακώς δεν έδωσαν καμιά σημασία στον Νίκο Καζαντζάκη, στον Αγγελο Σικελιανό και, ναι, (σιγά που δεν θα το έλεγα) στον Γιάννη Ρίτσο. Οι οποίοι πολεμήθηκαν πρωτίστως από ΤΗ ΧΩΡΑ ΜΑΣ για πολιτικούς λόγους. Είναι, τέλος που είμαι πεπεισμένη πως δεν είναι απαραίτητο όταν κάνεις ποιότητα να σε ξέρει το σύμπαν, αλλά τότε δεν εφευρίσκονται άλλοι λόγοι.
Εν πάση περιπτώσει, η Χέρτα Μίλερ , που γεννήθηκε το 1953 στη Ρουμανία, είναι μυθιστοριογράφος, ποιήτρια και δοκιμιογράφος και στο έργο της περιγράφει τις συνθήκες ζωής υπό το καθεστώς Τσαουσέσκου.
Ανακοινώνοντας την απόφασή της, η Σουηδική Ακαδημία ανέφερε ότι η Μίλερ, «με την πυκνότητα της ποίησής της και την ειλικρίνεια της πρόζας της, σκιαγραφεί το σύμπαν των στερημένων».
Η ανακοίνωση της Σουηδικής Ακαδημίας αποτέλεσε έκπληξη, μιας και ,σύμφωνα με πληροφορίες, ένας από τους επικρατέστερους υποψήφιους για το Νόμπελ Λογοτεχνίας ήταν ο Ισραηλινός συγγραφέας Αμός Οζ, ακολουθούμενος από την Αλγερινή Ασια Τζεμπάρ.
Το βραβείο συνοδεύεται από χρηματικό έπαθλο 10 εκατ. σουηδικών κορονών (1,42 εκατομ. δολαρίων).

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 20, 2009

Γιάννης Ρίτσος, ο διαχρονικός Ελληνας

Χάθηκα, αλλά ο σκοπός ήταν σοβαρός: Με τη Μαρία Τόλη επιμεληθήκαμε μια έκθεση στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, που εγκαινιάζεται το ερχόμενο Σάββατο. Απευθύνεται κυρίως στους μαθητές (έχει χορηγό και τον Οργανισμό Σχολικών Κτηρίων) και είναι συνοπτική, απλή, αλλά, ελπίζουμε, κατατοπιστική.
Η (φίλη μου) Νινέττα Κοντράρου- Ρασσιά έγραψε στην Ελευθεροτυπία του Σαββάτου το παρακάτω κείμενο:



«Να λες: ουρανός και ας μην είναι», έλεγε ο Γιάννης Ρίτσος δίνοντας κουράγιο στον εαυτό του τα χρόνια της μοναξιάς του στην εξορία. «Ο διαχρονικός Ελληνας» με την πολύπλευρη προσωπικότητα παρουσιάζεται (26 Σεπτεμβρίου - 30 Οκτωβρίου) στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, σε μια έκθεση για τα εκατό χρόνια από τη γέννησή του, που επιμελήθηκε η βιογράφος του Αγγελική Κώττη.
Η έκθεση θέλει να επισημάνει τη μακρά παρουσία του στην ποίηση, από το 1934 που δημοσιεύεται η πρώτη του συλλογή «Τρακτέρ», ώς το 1989, που καταθέτει τις τελευταίες συλλογές του, «Δευτερόλεπτα» και «Σφυρίγματα πλοίων». Γι' αυτό η επιλογή των εκθεμάτων στράφηκε συνειδητά σε χειρόγραφα, κυρίως ρήσεις ή αποσπάσματα πολύστιχων ποιημάτων με θέματα εμπνευσμένα από το παρελθόν της Ελλάδας, μυθολογικό ή ιστορικό, για το οποίο το ενδιαφέρον του υπήρξε εξαρχής ιδιαίτερα ζωηρό.
Ποιήματα όπως Ο Ηρακλής κι εμείς, Αρχαίο θέατρο, Η Φημονόη, Η απόγνωση της Πηνελόπης, Συνέπειες κ.ά., που εντάσσονται στις χαρακτηριστικές για τον τίτλο τους συλλογές «Μαρτυρίες» και «Επαναλήψεις», υπογραμμίζουν την ικανότητα του Ρίτσου ν' αφηγείται και να συνδέει το παρελθόν με το παρόν και, αναπόφευκτα, να συγχωνεύει σ' αυτά γεγονότα της προσωπικής και πολιτικής ζωής, εθνικές τραγωδίες και σπαραγμούς της νεότερης Ελλάδας και της εποχής του. Με λίγα λόγια, ο στοχασμός του συλλαμβάνει τη διαχρονικότητα του Ελληνισμού αποσπασματικά και στο σύνολό της.
Το αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο συνοδεύεται από φωτογραφίες από τα νεανικά του χρόνια, τα χρόνια της περισυλλογής και της απομόνωσης, τα χρόνια της αναγνώρισης. Μια άλλη ενότητα αναδεικνύει την εικαστική δημιουργία του ποιητή. Ρίζες, πέτρες, βότσαλα, χαλίκια, άφθονα στα ξερονήσια, ήταν τα υλικά της ζωγραφικής του Γιάννη Ρίτσου, ήταν «η πρώτη ύλη που πάνω της μπορούσες μ' ένα μαρκαδόρο ή με λίγη σινική μελάνη να εγγράψεις ή να υπογραμμίσεις αυτό που η ίδια η πέτρα υπαγόρευε...».
Στις πέτρες του Γιάννη Ρίτσου, που παρουσιάζονται στην έκθεση, βλέπει κανείς να παρελαύνουν μορφές μοναχικές ή πολυάνθρωπες, μετωπικές ή συνομιλούσες, άλλοτε ερωτικά συνταιριασμένες, μορφές αρχαϊκές που αντέχουν στον χρόνο. Εχει κανείς την εντύπωση ότι οι μορφές ξεπηδούν από τα ίδια τα ποιήματά του για να συναντήσουν ονόματα από τον μύθο, τον Τρωικό πόλεμο, τις τραγωδίες - Ηρακλής, Αγαμέμνων, Ορέστης, Ηλέκτρα, Ελένη, Φιλοκτήτης. Ονόματα που δεν έπαψαν να συγχωνεύονται με κατοπινές μορφές εξακολουθούν να υπάρχουν, έχοντας ντυθεί με διαχρονική ισχύ στη συλλογική και φυλετική μνήμη. Με λίγα λόγια, ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος δεν παύει να εκπλήσσει και να αυτοαποκαλύπτεται μέσα από την ποιητική ή την εικαστική δημιουργία του.

Τετάρτη, Ιουνίου 10, 2009

Σε ποιον ανήκει, τελικά, ο Γιάννης Ρίτσος; (ΙΙ)

Πολλή συζήτηση γινόταν, γίνεται, και νομίζω θα γίνεται πάντοτε για τον Γιάννη Ρίτσο και την ιδεολογική του ένταξη. Σήμερα, μελετώντας τη μία πλευρά του νομίσματος, παραθέτω την κριτική θεάτρου της «Θυμέλης» στον «Ριζοσπάστη» για τα τρία έργα του ποιητή που παρουσιάστηκαν στο πλαίσιο του Ελληνικού Φεστιβάλ. Σπεύδω να σημειώσω πως με άλλα σημεία του κειμένου συμφωνώ και με άλλα διαφωνώ. Ωστόσο, είναι μια κουβέντα που θέλει νηφαλιότητα και ψυχραιμία, την οποία, αυτή τη στιγμή, προσπαθώ να ανακτήσω ώστε να εξετάσω και την άλλη πλευρά. Το κείμενο του «Ρ» πριν απ’ όλα, με τίτλο «Σκηνικές δοκιμές με έργα του Ρίτσου»:

Ούτε εν ζωή ούτε μετά θάνατον, και ούτε κατ'ελάχιστον, το υπουργείο Πολιτισμού και σχετικοί κρατικοί φορείς, από τη μεταπολίτευση και εντεύθεν, τίμησαν την τεράστια σε αξία και όγκο ποιητική, θεατρική, πεζογραφική δημιουργία του Γιάννη Ρίτσου. Προφανέστατα και κραυγαλέα τα ιδεολογοπολιτικά αίτια αυτής έμμεσης απαξίωσης του δημιουργού και ανθρώπου Ρίτσου. Μόνον οι πρυτανικές αρχές κάποιων πανεπιστημίων τον τίμησαν ως επίτιμο διδάκτορά τους. Λόγω της φετινής 100ής επετείου από τη γέννησή του, το ΥΠΠΟ και ο αρμόδιος φορέας του, το ΕΚΕΒΙ, κήρυξαν μεν το 2009 «Ετος Ρίτσου» για να ξεχαστεί η παλιά αμαρτία... επιχείρησαν δε ό,τι μπορούσαν και για να υποβαθμίσουν το γιορτασμό (τρανή απόδειξη ότι φθάσαμε στον Ιούνη κι ακόμη «μαγειρεύεται» η εργοβιογραφική έκδοση του ΕΚΕΒΙ), αλλά και για να αποχρωματιστεί, να διαστρεβλωθεί, να παρερμηνευτεί ιδεολογικά το έργο του, κατά πώς θέλουν κάποιοι δήθεν στενοί «φίλοι», «μελετητές» και «θαυμαστές» του έργου του, αλλά και να διαγραφεί η -εφόρου ζωής- αταλάντευτα δηλωμένη από τον ίδιο ιδιότητα του μέλους του ΚΚΕ (κατά το βιογραφικό κείμενο της Χρύσας Προκοπάκη, προέδρου της επιτροπής που όρισε το ΕΚΕΒΙ για το «Ετος Ρίτσου», το οποίο συνοδεύει την έκθεση που στέλνεται στα σχολεία της χώρας, ενώ αποσιωπάται πλήρως η ένταξη του ποιητή στο ΚΚΕ από το 1934, ακόμη και ότι ο «Επιτάφιος» πρωτοδημοσιεύτηκε και πρωτοεκδόθηκε από τον «Ριζοσπάστη», όπως και άλλα ποιήματά του, και βέβαια εφευρέθηκαν και... ιδεολογικο-κομματικές «απογοητεύσεις» του. Εφευρέθηκαν εκ του ασφαλούς, μετά θάνατον...).
Ο Ρίτσος δεν έχει φωνή για να καταρρίψει αυτές τις προσπάθειες. Τα έργα του, όμως, έχουν και θα έχουν πάντα «φωνή». Και θα διαψεύδουν τους διάφορους αυτόκλητους συνειδητούς παρερμηνευτές του (και άλλους ανίδεους περί Ρίτσου, ανόητους ή αφελείς παρασυρμένους από τους πρώτους, που εκστομίζουν φαιδρότητες ή τα αντιΚΚΕ σύνδρομά τους, όπως τα περί του «υιοθετημένου από την Αριστερά Ρίτσου» ή «ο Ρίτσος δεν μπορεί να είναι ένας ποιητής αιχμής. Η ποίησή του δεν απαντά επί της ουσίας στη σημερινή συγκυρία» και «δεν μπορεί να απαντήσει στο πώς ένα κομμάτι της Αριστεράς μετατρέπεται σε ακροδεξιά, ασκώντας φασιστική λογοκρισία» !!!). Τα ίδια τα έργα του Ρίτσου, όσο κι αν ενοχλούνται κάποιοι, προβάλλουν, εσαεί, την καθάρια και στρατευμένη ιδεολογία τους. Τους ηρωικούς αγώνες και τα οράματά που εξέφραζαν. Τον ουμανισμό και οικουμενισμό τους. Το μοναδικό ποιητικό κάλλος τους.
Μια ακόμη απόδειξη και της απροσμέτρητης δύναμης των έργων του Ρίτσου υπήρξε το θεατρικό αφιέρωμα του Φεστιβάλ Αθηνών στον Ρίτσο (χάρη στο Φεστιβάλ «γευτήκαμε» και λίγο «Ετος Ρίτσου»). Το αφιέρωμα, όμως, ανέδειξε και τις πολύ μεγάλες ερμηνευτικές απαιτήσεις των έργων του. Απαιτήσεις που προϋποθέτουν μακρόχρονη, ενδελεχή, επίμονη μελέτη, όχι απλώς και μόνον του ερμηνευόμενου έργου, αλλά όλων όσων υπήρξε, έπραξε και έγραψε ο Ρίτσος. Και βέβαια, δεν είναι εύκολο να κατανοήσει, να ταυτιστεί και να αναδείξει κανείς το ανθρώπινο, ιδεολογικό, ιστορικό και ποιητικό «σύμπαν» του Ρίτσου. Επόμενα δυσκολότερο είναι να επιτύχει η ερμηνευτική προσπάθειά του αν κρατά ιδεολογικές και αισθητικές αποστάσεις από αυτό, αν το αντιμετωπίσει εγκεφαλικά. Περί των ερμηνευτικών απαιτήσεων της ποίησης του Ρίτσου πολλά και σπουδαία θα διδάξουν η Ασπασία Παπαθανασίου, καθώς και οι αξέχαστοι Αλέκα Παΐζη και Μάνος Κατράκης, στους καλλιτέχνες στους οποίους το Φεστιβάλ ανέθεσε τη σκηνική ερμηνεία τριών έργων της «Τέταρτης Διάστασης» - της «Σονάτας του σεληνόφωτος», της «Φαίδρας» και του «Οταν έρχεται ο ξένος». Ο χώρος επιτρέπει μόνο συνοπτικές επισημάνσεις περί της θεματικής των έργων.
«Σονάτα του σεληνόφωτος»Προδρομικός και αισθητικός «πυρήνας» των έργων της «Τέταρτης Διάστασης», η πολύσημη «Σονάτα του σεληνόφωτος», μιλά, στην ουσία φιλοσοφεί, για τη ρευστή έννοια του χρόνου, το παρελθόν και το παρόν, τη νιότη και τα γηρατειά, τη φθορά και το επερχόμενο και αδιέξοδο τέλος ενός «κόσμου» μακράν της αληθινής ζωής, της κοινωνικής πραγματικότητας. Η γηραιά «αρχόντισσα», με μελαγχολική αξιοπρέπεια αλλά αγωνία, περίκλειστη και μόνη στο σκοτεινό, καταρρέον, με τα ξεκοιλιασμένα έπιπλα αρχοντικό της, αυτοβιογραφείται και παρότι ξέρει πως είναι ανέφικτο και μάταιο πια, εκλιπαρεί το σιωπηλό νεαρό - σύμβολο του ασίγαστου πόθου για ζωή και έρωτα - να την πάρει μαζί του, έξω στον κόσμο των απλών, ανώνυμων, εργατικών ανθρώπων, εκεί που σφύζει η αληθινή ζωή. Η Ρούλα Πατεράκη (σκηνοθετώντας και ερμηνεύοντας τη «Σονάτα»), πλαισιώνοντας τη ζωντανή εκτέλεση του ομώνυμου έργου του Μπετόβεν, ανέδειξε το ατμοσφαιρικό κλίμα, την πνευματικότητα, το μελαγχολικό στοχασμό του έργου αλλά και το ταξικό στίγμα του προσώπου. Ομως, με το μονότονο και αδιακύμαντο συναισθηματικά λόγο της, του μείωσε τη λυρική «υγρασία» του και ψυχογραφική «φλόγα» του.
«Φαίδρα»
Με αφετηρία τον αρχαίο μύθο της Φαίδρας, ο Ρίτσος έπλασε υπέροχα ένα γυναικείο πλάσμα α-χρονικό και σύγχρονο και απολύτως γήινο. Μια γυναίκα που φουντώνει μέσα της η στέρηση της μητρότητας αλλά και του έρωτα, ζώντας και παρακολουθώντας το «ξύπνημα» της νιότης του γιου του γηραιού άντρα της. Η Φαίδρα του Ρίτσου είναι ένα συγκινητικά βασανιζόμενο πλάσμα, διχασμένο ανάμεσα στο χρέος να μεγαλώσει ένα παιδί και στην ερωτική δίψα που της προκαλεί η ορμητική νιότη του. Ο Δημήτρης Λιγνάδης (ο μόνος που ομολόγησε τη μικρή γνώση και σχέση του με την ποίηση του Ρίτσου), ένιωσε την ψυχογραφική δύναμη του έργου. Τη ζωική αλήθεια, το συνειδησιακό και ψυχοσωματικό άλγος του προσώπου. Το ένιωσε και το ανέδειξε εικονοποιητικά (σκηνογραφικά και με συνεχή και εμφαντική κίνηση της Φαίδρας και του σιωπηλού εφήβου Ιππολύτου), αλλά περισσότερο από όσο επιτρέπει και η πικρά μελαγχολική και στοχαστική διάθεση του κειμένου. Η ενδιαφέρουσα, πάντως, και στέρεα εκσυγχρονιστική σκηνοθετική «ανάγνωση» του έργου ευεργετήθηκε από την εσώτατα ζωική συναισθηματική αλήθεια αλλά και την ερμηνευτική απλότητα και φυσικότητα της Καριοφυλλιάς Καραμπέτη.
«Οταν έρχεται ο ξένος»
Το 1958 ο Ρίτσος έγραψε το «Οταν έρχεται ο ξένος», το πιο ολοφάνερα πολιτικό έργο και από τα τρία του αφιερώματος. Φρέσκες ήταν ακόμα οι πληγές των αγωνιστών, το αίμα των νεκρών και εκτελεσμένων, του Μακρονησιού και του Αϊ-Στράτη. Πολλοί ακόμα στις φυλακές. Ο τόπος και ο απλός λαός ρημαγμένος ακόμα. Ο Ρίτσος ελευθερώνεται και επιστρέφει από τον Αϊ-Στράτη. Ομως και πάλι είναι ένας «ξένος» στην πατρίδα που πάντα τρώει τα καλύτερα παιδιά της. «Ξένος» παντού, ακόμα και στη γενέτειρά του. Κι όμως αυτός ο παθημένος και «ξένος» είναι που δίνει «φωνή» στους συλλογικούς αγώνες, στην ιστορική μνήμη. Αυτός είναι που θέλει να ξανασμίξει τους ανθρώπους, ακόμα και αυτούς που δε νοιάστηκαν για τα πάθη του και των αμέτρητων άλλων συντρόφων του. Είναι αυτός που νοιάζεται για το καλύτερο σήμερα και αύριο των ανθρώπων. Εκείνος που κηρύσσει την αγάπη και τη φιλία. Εκείνος που παλεύει για να επουλωθούν οι πολυαίματες πληγές, για να ανασάνει ο λαός. Για το λαό νοιάζεται. Για χάρη του λαού αγωνίστηκε. Για την περηφάνια του λαού άντεξε τόσα πάθη. Στην πλευρά του λαού θα βρίσκεται πάντα. Ο λαός «έθρεψε» τη ζωή του, την ψυχή, τη διάνοια, την ανθρωπιά, τη σοφή σκέψη του, τη νηφάλια ομιλία του. Αυτός που τόσο άδικα συκοφαντήθηκε, που τόσο αδυσώπητα διώχθηκε και βασανίστηκε, που τόσα χρόνια του στέρησαν τη λευτεριά και τη ζωή, μπορεί να «διδάξει» στους ανθρώπους την πολύτιμη αξία τους. Αυτός είναι, που- εξ ονόματος των νεκρών συντρόφων του και προς τιμήν της μνήμης τους- πάλι θέλει μόνον να δώσει και όχι να λάβει «ανταμοιβή» από τους ανθρώπους, τον τόπο, το λαό. Υποθέσεις για το τι, κατά πόσο και πώς κατάλαβαν το περιεχόμενο του έργου αυτού ο Βίκτωρ Αρδίτης και ο Ακύλλας Καραζήσης (ο πρώτος το σκηνοθέτησε και παριστάνοντας το σκηνοθέτη που διδάσκει σε ηθοποιό το έργο του Ρίτσου, συνέπαιξε με το δεύτερο στο ρόλο του ηθοποιού) δεν μπορούμε να κάνουμε. Από σεμνότητα, ίσως, ή από ερμηνευτική αμηχανία, το κείμενο κατά το ήμισυ, περίπου, διαβάστηκε εν είδει θεατρικού αναλογίου και το υπόλοιπο «αναπαραστάθηκε», ειπωμένο από στήθους. Είτε διαβαζόμενο είτε αναπαριστώμενο, όμως, ηχούσε ψυχρό, «εγκεφαλικό», δήθεν ερμηνευτικά λιτό, και τελικά ιδεολογικά άχρωμο αλλά και συναισθηματικά άοσμο και αφυδατωμένο. Αποτέλεσμα που φανερώνει είτε λειψή μελέτη, είτε ιδεολογική πρόθεση, είτε ερμηνευτική αστοχασιά, βιασύνη και προχειρότητα.




Εδώ τελειώνει το κείμενο της Θυμέλης. Πιστεύω πως το σημερινό, επίσης, κείμενο του «Βήματος» είναι σημαντικό για το θέμα του προβληματισμού μας. Σε μια συνέντευξη προς τον βουλευτή (και συνάδελφο δημοσιογράφο) Γιώργο Λιάνη, ο Μίκης Θεοδωράκης μιλά για τον «Επιτάφιο». Στέκεται και στη σχέση του Ρίτσου με το ΚΚΕ και λέει τα εξής σημαντικά, υπό τον τίτλο «Το ΚΚΕ άλλαξε βαθιά τον Ρίτσο»:

- Στην τελετή απονομής του Νομπέλ στον Οδυσσέα Ελύτη, οι μισοί Σουηδοί μού έλεγαν ότι το χρωστούσε σε σένα και οι άλλοι μισοί ότι έπρεπε να το μοιραστεί με τον Γιάννη Ρίτσο, που ήταν έξι φορές υποψήφιος.

«Ο Ρίτσος τότε, όπως και εγώ προσφάτως, δεν είχαμε καμία πιθανότητα για Βραβείο Νομπέλ, μιας και, εκτός από κομμουνιστές, ήμασταν και κάτοχοι του Βραβείου Λένιν. Και αυτό γιατί οι ηγετικές ομάδες της Σουηδίας και της Νορβηγίας διαπνέονται από έναν άκρατο αντικομμουνισμό».

- Ηταν μεγάλος ποιητής ο Ρίτσος; Αν ναι, γιατί βλέπουμε μεγάλες περιόδους με μερικές και ολικές εκλείψεις του; Το ΚΚΕ τον χρησιμοποίησε ή τον έχει ακόμη στο λαϊκό εικονοστάσιο, όπως κάποτε;

«Θα ήταν ίσως βαρετό και ψυχοφθόρο για την όποια μεγάλη προσωπικότητα να βρίσκεται συνεχώς στο προσκήνιο της καθημερινότητας. Αλλωστε δεν το έχει ανάγκη, γιατί γι΄ αυτή σημασία έχει το έργο της να υπάρχει ζωντανό μέσα στους ανθρώπους. Οσο για το ΚΚΕ, γιατί τόση σκληρότητα; Υπάρχουν πολλοί από μας που θυσιάσαμε τα νιάτα μας ακολουθώντας τα ματωβαμένα του λάβαρα. Κάτω από τη σκιά τους διδαχτήκαμε, ψηλώσαμε, ολοκληρωθήκαμε. Στο κάτω-κάτω, το ΚΚΕ είναι μια ιδέα που άλλαξε ριζικά τον λαό και τη χώρα μας, όπως άλλαξε βαθιά τον Γιάννη Ρίτσο, δημιουργώντας για τους απογόνους αυτό το πρότυπο του πολίτη-ποιητή».

Σάββατο, Μαΐου 30, 2009

Μετά τα «Ματωμένα Χώματα»




«Γκαμηλιέρη! Ταγκαλάκι με τα κοντοβράκια και τον κατιφέ στ’ αφτί, στάσου! Αδικα μην κουφώνεις το χέρι στο στόμα* το μερακλωμένο τραγούδι σου δε φτάνει πια στην καρδιά.
Σεφκιέτ! Δε με γνωρίζεις τζάνεμ; Χρόνια τρυγήσαμε μαζί γέλιο και δάκρυ. Νε απίορ Σεφκιέτ; Αχ, Σεφκιέτ! Σεφκιέτ! Θερία γενήκαμε. Μαχαιρώσαμε, κάψαμε τις καρδιές μας, άδικα.
Τι με κοιτάς έτσι έγρια, αντάρτη του Κιορ Μεμέτ; Εγώ σε σκότωσα και κλαίω γι’ αυτό. Λογάριασε τι μου ‘φαγες εσύ! Αδέρφια, φίλους, πατριώτες, τ’ Αμελέ Ταμπούρια, ολόκληρη σφαγμένη γενιά!
Τόσα φαρμάκια, τόση συφορά κι εμένα ο νους να γυρίσει θέλει πίσω στα παλιά! Να ‘ταν, λέει, ψέμα όλα όσα περάσαμε και να γυρίζαμε τώρα δα στη γη μας, στους μπαξέδες μας, στα δάση μας με τις καρδερίνες, τις κάργες και τα πετροκοτσύφια, στα περιβολάκια μας με τις μαντζουράνες και τις ανθισμένες κερασιές, στα πανηγύρια μας με τις όμορφες...
Αντάρτη του Κιορ Μεμέτ, χαιρέτα μου τη γη όπου μάς γέννησε, Σελάμ σοϊλέ... Ας μη μας κρατάει κάκια που την ποτίσαμε μ’ αίμα. Καχρ ολσούν σεμπέπ ολανλάρ! Ανάθεμα στους αίτιους!»
Η ιστορία μου αρχίζει αμέσως μετά το τέλος του μυθιστορήματος «Μαωμένα Χώματα». Λίγο πριν, η γιαγιά Βασιλεία, μόλις 16 χρονών τότε, έφυγε μέσα από τη φωτιά και τον θάνατο έχοντας μαζί της τα δύο μικρότερα αδέρφια της, Στάσα και Σάββα. Η Βγένα είχε κι εκείνη καταφέρει να μπει «στα πλοία» (έτσι λένε στην Τουρκία: στα καράβια) με μια άλλη οικογένεια, με την οποία πήγε στην Καβάλα και έμεινε σε ολόκληρη τη ζωή της. Το όλον τέσσερα παιδιά από την οικογένεια Τσακίρη. Ελειπε μία, η μεγαλύτερη: η Ελένη.
Ηταν όμορφη. Πολύ όμορφη. Ηξερε να γιατρεύει κάθε είδους πληγές, της καρδιάς και του σώματος. Ηταν καλή. Ηταν δυνατή. Την έριξαν σε ένα πηγάδι, να πεθάνει. Ηταν Ελληνίδα, κι εκείνοι όχι. Δεν έπρεπε να μείνει τίποτα στη Μικρά Ασία από τη «σπορά του διαβόλου».
Η γιαγιά Βασιλεία χρόνια πολλά, ρωτούσε όποιον Τούρκο αθλητή έβλεπε στην Αθήνα: παιδί μου, μήπως έχεις δει μια σαν εμένα με ελιά στο μάγουλο; Τα παιδιά απαντούσαν αρνητικά και η οικογένεια που στο μεταξύ είχε δημιουργήσει, την κορόιδευε. Ακόμα θυμάσαι την αδερφή σου; Πάει αυτή...
Κάποια μέρα, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ένας νεαρός της απάντησε: ναι, θεία, έχω δει μια σαν εσένα με ελιά στο μάγουλο. Κάθεται κοντά στο σπίτι μου.
Και μόνο το όνομα του χωριού Ουμουρλού, έξω από το Αϊντίνι, ζωντάνεψε τις ελπίδες της Βασιλείας. Εκεί είχαν γεννηθεί όλοι τους. Πάμφτωχοι. Εκεί παντρεύτηκε η Ελένη έναν πλούσιο άντρα και έκανε μαζί του ένα γιο. Από εκεί ξεκίνησαν το τρομερό ταξίδι ως τη Σμύρνη, τον Σεπτέμβριο του 1922.
Η γιαγιά Βασιλεία δεν ήξερε γράμματα. Ούτε την υπογραφή της δεν μπορούσε να βάλει. Κατάφερε, ωστόσο, να έρθει σε επαφή με αυτή τη γυναίκα που, ναι, ήταν η αδερφή της. Οχι απλώς είχε σωθεί από το πηγάδι (την τράβηξαν άλλοι Τούρκοι, πιο νηφιάλιοι, πιο πονετικοί) όχι απλώς είχε σώσει, ως νοσοκόμα, τη ζωή εκείνου που την είχε ρίξει να πεθάνει, αλλά είχε παντρευτεί και τον παπού Εκρέμ Αλκούτ που είχε φτάσει λίγο μετά, με την ανταλλαγή πληθυσμών, από την Πρέβεζα. Πλέον, όμως, δεν την έλεγαν Ελένη, αλλά Χαϊριγιέ. Είχε γίνει μουσουλμάνα, αποδεχόμενη τον όρο που είχε θέσει ο Εκρέμ. Η γιαγιά Βασιλεία την επισκέφθηκε και είδε ότι ζούσε ευτυχισμένη, έχοντας μια υπέροχη οικογένεια με πολλά παιδιά και εγγόνια.
Μισόν αιώνα μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, στα 1972, και ενώ η γιαγιά Βασιλεία μόλις είχε αποχαιρετίσει τον μάταιο τούτο κόσμο, ένα γράμμα από την Τουρκία μάς έδωσε το νήμα για την οικογενειακή επανένωση. Ο Ισμαήλ, δεύτερος ξάδερφος, έγραφε τουρκικά. Του απάντησα ελληνικά. Εκτοτε αλληλογραφούσαμε με μεγάλες διακοπές, όταν τα πολιτικά πράγματα το επέβαλαν. Μέχρι πρόπερσι, που μπήκε στο σκηνικό και η μεγάλη κόρη του ξαδέρφου, η Σααντέτ. Η επιμονή της να συναντηθούμε, έφερε ταξίδια εκ μέρους μας στη Σμύρνη, όπου πλέον μένουν, όπως και δική τους επίσκεψη στην Αθήνα, μόλις πριν από λίγες μέρες.

Ας μένουμε μακριά. Ας μας χωρίζει το Αιγαίο. Ας μας χωρίζουν γλώσσα, θρησκεία, συνήθειες, διαφορετική καθημερινότητα και τόσα άλλα. Μας ενώνει το αίμα. Είμαστε και αισθανόμαστε μια οικογένεια. Ο Τούρκος από την Πρέβεζα και η Ελληνίδα από το Αϊντίνι («αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας»), μάς έδωσαν υπέροχους συγγενείς. Από τη στάχτη της Ιστορίας, βγήκε το ωραιότερο τριαντάφυλλο. Με άρωμα που γεφυρώνει τον Χρόνο και τους Ανθρώπους.


Αφιερωμένο στην kokalina που είπε να κάνουμε ένα μπλογκοπαίχνιδο με τα Ματωμένα Χώματα.




6ο Λύκειο Καλλιθέας
10ο Λύκειο Πειραιά
Χρυσόμυγα
Κυκλάμινο του βουνού

και όσοι άλλοι θέλετε θα ακολουθήσετε;


Κυριακή, Μαΐου 24, 2009

Τα «Ματωμένα Χώματα» και επίσημα στο... ράφι


Οχι Γιάννης, Γιαννάκης. Οχι ράφια, «συμβατικές» βιβλιοθήκες. Θα μας τρελάνει το υπουργείο Παιδείας με τα «Ματωμένα Χώματα» της Διδώς Σωτηρίου. Από τον Φεβρουάριο ο ανιψιός της και γενικός κληρονόμος της προσπαθεί να μάθει τι έχει γίνει το βιβλίο που πέρσι μοιράστηκε στους μαθητές της ΣΤ’ Δημοτικού για να μαζευτεί ξανά μέσα σε ελάχιστες εβδομάδες- όπου μοιράστηκε, δηλαδή. Διότι, κάποια σχολεία δεν... πρόκαναν.
Επιτέλους λοιπόν, το υπουργείο με απάντησή του σε εξώδικο που αναγκάστηκε να στείλει ο κ. Μπελογιάννης, το παραδέχεται φαριδά- πλατειά: «Οσον αφορά στην οργάνωση Σχολικών Βιβλιοθηκών στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση σας γνωστοποιούμε ότι βρίσκεται σε πιλοτική εφαρμογή. Ωστόσο σε όλες τις σχολικές μονάδες λειτουργούν συμβατικές βιβλιοθήκες οι οποίες έχουν ιδρυθεί με πρωτοβουλία των Συλλόγων Γονέων και Κηδεμόνων και των μαθητών και στις οποίες τοποθετούνται τα πάσης φύσεως βοηθήματα». Τώρα τι θα πει συμβατικές βιβλιοθήκες; Στην καλύτερη περίπτωση ράφια.

Το ιστορικό της υπόθεσης, δια χειρός Νίκου Μπελογιάννη: «Το βιβλίο επιλέχθηκε τον Οκτώβριο του 2007 (Απόφαση 110983/8.10), για να μοιραστεί στους μαθητές της Στ’ δημοτικού, ως πυροσβεστικό μέτρο απέναντι στον σάλο για τον ‘συνωστισμό’ και τις υπόλοιπες ανακρίβειες του βιβλίου της Μ. Ρεπούση. Εξαγγέλθηκε μετά βαΐων και κλάδων από τον ίδιο τον Κ. Καραμανλή και την τότε υπουργό Μ. Γιαννάκου. Αμέσως ακολούθησαν οι εκλογές, η παραγγελία στο μεταξύ εξοφλήθηκε κανονικά και, τις μέρες που τα κιβώτια με τα βιβλία έφταναν στα σχολεία, ο νέος υπουργός Ευρ. Στυλιανίδης εξέδωσε εγκύκλιο με εντολή να μη διανεμηθεί το βιβλίο ή, όπου αυτό είχε προλάβει να γίνει, να επιστραφεί και να τοποθετηθεί στις βιβλιοθήκες των σχολείων.
Τότε άρχισαν βουλευτές (Τάσος Κουράκης από τον ΣΥΝ, Μαν Στρατάκης από το ΠΑΣΟΚ) να υποβάλλουν στη Βουλή ερωτήσεις, με θέμα κατά ποια λογική το ΥΠΕΠΘ, πριν καν μοιράσει το βιβλίο στα παιδιά, ουσιαστικά το αχρήστευε, αφού στα δημοτικά δεν υπάρχει ούτε μία σχολική βιβλιοθήκη.


Ακολούθησε τον Φεβρουάριο 2009 δικό μου εξώδικο, όπου ζητούσα εξηγήσεις για τις προθέσεις του ΥΠΕΠΘ σχετικά με το βιβλίο και απαιτούσα, από τη στιγμή που θεωρούσα εμπαιγμό να συζητούμε για βιβλιοθήκες στη στοιχειώδη εκπαίδευση, το βιβλίο να μοιραστεί στους μαθητές της Στ΄ Δημοτικού, να επιστραφεί τον Ιούνιο και τα ίδια αντίτυπα να ξαναμοιραστούν τον Σεπτέμβριο στους νέους μαθητές της Στ Δημοτικού.
Η απάντηση που έλαβα ήταν πως το βιβλίο βρίσκεται στις βιβλιοθήκες της στοιχειώδους εκπαίδευσης, ένα βιβλίο ανά μαθητή, και καθένας μπορεί να το δανειστεί. Αποτέλεσμα ήταν στα μέσα Απριλίου 09 να στείλω νέα εξώδικο, με την απαίτηση να μου κοινοποιηθούν οι υπ. αποφάσεις με τις οποίες ιδρύθηκαν σχολικές βιβλιοθήκες στα δημοτικά (τονίζοντας ότι δεν γίνεται αποδεκτός ο ‘επιπλουργικός’ ορισμός της βιβλιοθήκης). Η απάντηση ήταν, ότι οι σχολικές βιβλιοθήκες στα δημοτικά βρίσκονται σε πιλοτικό στάδιο και προς το παρόν λειτουργούν όσες ‘συμβατικές’ έχουν δημιουργηθεί με πρωτοβουλία, γονέων ή εκπαιδευτικών ή μαθητών (τα γνωστά μας ράφια μέσα στις αίθουσες διδασκαλίας).»






Από δειγματοληπτικές ερωτήσεις σε εκπαιδευτικούς σχετικά με την τύχη του βιβλίου, το συμπέρασμα ήταν ότι μόνο ένα μέρος των διευθυντών εφάρμοσαν την εγκύλιο. «Οι αντιπολιτευόμενοι ή ακόμα και αδιάφοροι πολιτικά, την αγνόησαν και έδωσαν ή άφησαν το βιβλίο στα παιδιά, επειδή σεβάστηκαν το βιβλίο, τα παιδιά, τη συγγραφέα και τη δική τους αξιοπρέπεια.

Συμπέρασμα: Για πολλοστή φορά με αυτή την κυβέρνηση, δεν γνωρίζει η δεξιά της τι ποιεί η ακροδεξιά της.»

Συμπέρασμα δικό μου: ένας τρόπος μονάχα υπάρχει να τους σπάσουμε τα νεύρα. Να φροντίσουμε ώστε οι νεώτεροι να το διαβάσουν, από τις δικές μας βιβλιοθήκες. Ενα βιβλίο που έχει ξεπεράσει τις τριακόσιες χιλιάδες αντίτυπα, δεν μπορεί, βρίσκεται σε κάθε σπίτι. Επίιιιιιιιθεση!

Σάββατο, Μαΐου 23, 2009

Μην τυχόν και ξεχάσουμε τον Νταρουίς!

Η αγαπημένη διαδικτυακή φίλη abttha
σημαίνει συναγερμό. Τη Δευτέρα, έχει μια πολύ σημαντική εκδήλωση, στη μνήμη του Μαχμούντ Νταρουίς. Επειδή πρέπει να βρίσκομαι στη Χαιρώνεια, όπου εγκαινιάζεται το μουσείο (εκεί, που θέλουν να στήσουν εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας μέσα στο χώρο της μάχης των Πλαταιών, αν με αντιλαμβάνεστε) το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να βγάλω τον τηλεβόα κι εγώ. Οποιος το χάσει, θα χάσει. Μιλάμε για μεγάλη μορφή στην ποίηση. Δείτε τι γράφει η abttha στο μπλογκ της desillusion:

Η Κοσμητεία της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών
Το Τμήμα Τουρκικών Σπουδών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών
Η Ελληνική Επιστημονική Εταιρεία Σπουδών Μέσης Ανατολής
οργανώνουν ημερίδα αφιερωμένη στον
ποιητή Μαχμούντ Νταρουίς, το Ρίτσο της Παλαιστίνης
με θέμα:
Η ΑΡΑΒΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΤΟΥ 20ΟΥ ΑΙΩΝΑ

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στις 25 Μαΐου, ημέρα Δευτέρα και ώρα 6.30 μμ
στο Μεγάλο Αμφιθέατρο (AULA) της Φιλοσοφικής Σχολής
(Πανεπιστημιούπολη Ζωγράφου)
σύμφωνα με το πρόγραμμα που ακολουθεί:

18.30΄ Χαιρετισμοί

Α. ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ


Γιάχια Χάκι (1905-1990), η τέχνη της πατριδογνωσίας

Ομιλητής: Δρ Τάρεκ Ραντουάν, καθηγητής Πανεπιστημίου αλ-Άζχαρ, Μορφωτικός Ακόλουθος της Πρεσβείας της Αιγύπτου και Διευθυντής του Μορφωτικού Κέντρου της Πρεσβείας της Αιγύπτου στην Αθήνα


Για Η λογοτεχνία, γέφυρα στο χρόνο: Γκαμάλ αλ-Γιτάνι (γεν 1945)


Ομιλήτρια: κα Ελένη Καπετανάκη, φιλόλογος-μεταφράστρια

Β. ΠΟΙΗΣΗ


Ο ποιητής Νουάιμα (1889-1998) και η αναζήτηση του είναι

Ομιλητής: κ. Ρόνι Μπου Σαμπά, φιλόλογος-μεταφραστής


Μαχμούντ Νταρουίς (1941-2008): «Ας έρθει ειρήνη στο φάντασμά μου»

Ομιλήτρια: κα Αγγελική Σιγούρου, ποιήτρια-μεταφράστρια
Απαγγελία: κα Φαντίλα Μονζέρ, κ. Χρήστος Κωτσιακόπουλος

Γ. ΘΕΑΤΡΟ


Η πρωτοπορία στο αραβικό θέατρο: Ταουφίκ αλ-Χακίμ (1899-1987)

Ομιλήτρια: κα Ελένη Κονδύλη Μπασούκου, Αν. Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών, Πρόεδρος της Ελληνικής Επιστημονικής Εταιρείας Σπουδών Μέσης Ανατολής


Ταουφίκ αλ-Χακίμ επί σκηνής.

Συρραφή κειμένων και σκηνοθετική επιμέλεια: κα Καίτη Μανωλιδάκη
Μετάφραση από τα αραβικά: κ. Παναγιώτης Καρματζός


Το Τραγούδι του Θανάτου
Μαμπρούκα: Μαίρη Κιντώνη
Αζάκερ: Ελένη Βουτυρά
Ελουάν: Αλέξανδρος Μαχαιράς

Ε, συ που σκαρφαλώνεις στο δέντρο
Αστυνομικός: Φώτης Αρμένης
Υπηρέτρια: Καίτη Μανωλιδάκη
Η σύζυγος: Ελένη Βουτυρά
Ο σύζυγος: Νίκος Κεφαλάς
Δερβίσης: Φώτης Αρμένης

Κρουστά, ούτι, φλογέρα, τραγούδι: Νικήτας Βοστάνης



Οργανωτική επιτροπή: Δ.Σ. της Ε.Ε.Ε.Σ.Μ.Α.

Θα δοθεί βεβαίωση παρακολούθησης.

Κυριακή, Μαΐου 17, 2009

Σε ποιον τελικά ανήκει ο Ρίτσος;

Υπό αυτό τον τίτλο, το σημερινό «Βήμα» δημοσιεύει ένα εξαιρετικό άρθρο του Γιώργη Γιατρομανωλάκη. Το αναδημοσιεύω εδώ, ελπίζοντας ότι έχω την άδειά του:

«Το ΚΚΕ τιμά τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Γ. Ρίτσου, προβάλλοντας πλατιά στο λαό και στη νεολαία την ανεκτίμητη προσφορά, με την Τέχνη του, στο λαϊκό κίνημα, συνυφασμένη με την αγωνιστική στάση ζωής. Αυτή η όσμωση είναι που αναβλύζει (sic) την τεράστια αφυπνιστική δύναμη του έργου του, που συνεγείρει σμιλεύοντας την εργατική συνείδηση ως την αναγκαιότητα της κοινωνικής επανάστασης». Με αυτά τα ανελλήνιστα και χωρίς νόημα ελληνικά ανοίγει το Αφιέρωμά του ο «Ριζοσπάστης» (3/5/09) για να τιμήσει τα 100 χρόνια από τη γέννηση του ποιητή. Ομως, για να ξεκινήσουμε από τα βασικά, όταν θέλουμε να δείξουμε τιμή και σεβασμό στον Ρίτσο (και σε κάθε ποιητή μας) που είχε ως κύριο, για να μην πω μοναδικό όπλο του τον απλό και συνάμα μουσικό, ευγενικό και πολύτροπο ελληνικό λόγο του, τότε καλό είναι, τουλάχιστον, να μην αναφερόμαστε στο έργο του με γλώσσα βάρβαρη και άξεστη.

Εν πάση περιπτώσει, καλώς έπραξε το ΚΚΕ (το όφειλε άλλωστε) να τιμήσει τον ποιητή και πολίτη Ρίτσο που όχι μόνο ύμνησε τους μεγάλους εθνικούς και κοινωνικούς αγώνες του λαού, αλλά έλαβε και ο ίδιος μέρος πάντα στην πρώτη γραμμή. Ωστόσο αυτή η «τιμή» που οι συντάκτες του Αφιερώματος απέδωσαν τελικά στον ποιητή καθόλου δεν είναι η οφειλόμενη και η δίκαιη. Οχι μόνο για την αθλιότητα των ελληνικών τους, ούτε επειδή πουθενά δεν θίγουν με σοβαρότητα και δεν στοχάζονται τα μεγάλα θέματα του εκτενούς και απείθαρχου έργου του Ρίτσου (θέματα ποιητικά, καλλιτεχνικά, πολιτικά, ηθικά, ερωτικά, προσωπικά, υπαρξιακά κ.λπ.) αλλά κυρίως επειδή, για άλλη μια φορά, χρησιμοποιούν τον ποιητή σαν δήθεν «σπλάχνο των σπλάχνων» τους για να διαδώσουν την «αλήθεια» τους και να διασαλπίσουν μια «τίμια αντεπίθεση» ενάντια σε όσους «κακοποιούν», «βεβηλώνουν», «διαστρεβλώνουν», «παραμορφώνουν» το έργο του. «Εκατοντάδες σελίδες», αποφαίνεται το Αφιέρωμα, «σοβαροφανών αναλύσεων γράφτηκαν αυτά τα τελευταία χρόνια, τόσο ξένες προς τη σκέψη του ποιητή και τόσο ανάξιες του διαμετρήματός του, ώστε να αποτελούν κυριολεκτικά βεβήλωση».

Δυστυχώς αυτοί οι «ορθόδοξοι» εκτιμητές και ανατόμοι του έργου του Ρίτσου ούτε ονόματα των «σοβαροφανών» και «βέβηλων» μάς δίνουν, ούτε (το χειρότερο) μας προσφέρουν μια στοιχειώδη βιβλιογραφία του γούστου και της έγκρισής τους, έτσι, να φωτιστούμε κι εμείς. Αντίθετα, όπως συνήθως γίνεται σε αυτού του είδους τις καταγγελίες, αναφέρονται γενικά και αόριστα άνθρωποι «με πανεπιστημιακές, συγγραφικές αλλά και αριστερές περγαμηνές, ορισμένοι από τους οποίους είχαν την τύχη να συνεργαστούν με τον ποιητή»(!). Κοντολογίς δηλαδή και με βάση την ατσάλινη λογική του συντάκτη αυτού του κειμένου, κάποιοι από τους βέβηλους, θρασύδειλους παραχαράκτες και σοβαροφανείς αναλυτές «συνεργάστηκαν» με τον ποιητή. Αλλά τότε και ο ποιητής «συνεργάστηκε» με αυτά τα υποκείμενα, πράγμα που σημαίνει, σύντροφοι, πως και ο ποιητής δεν είναι εντελώς αθώος... Ετσι δεν είναι;

Προφανώς και δεν χρειάζεται να επιμείνουμε σε αυτού του τύπου τη λογική. Δεν χρειάζεται να «πούμε περισσότερα. Καταλαβαινόμαστε...». Το ερώτημα ωστόσο που τίθεται για κάθε τίμιο αναγνώστη αυτού του Αφιερώματος είναι το εξής. Αλήθεια, αυτή είναι όντως η «σκέψη» και το «διαμέτρημα» του Ρίτσου, όπως θέλουν να μας δείξουν οι συντάκτες του; Οτι λ.χ. η Σονάτα δεν περιέχει και «στοιχεία αυτοεξομολόγησης», δεν είναι και « υπαρξιακό ποίημα με κυρίαρχα τα μοτίβα της φθοράς και του θανάτου» αλλά είναι σκέτα ένα ποίημα «αντινομιών» που ο Ρίτσος τις κάνει «να ξεπερνιούνται και να λύνονται στο υψηλό επίπεδο των θέσεων του διαλεκτικού υλισμού»; Γιατί αν είναι έτσι τα πράγματα, τότε και οι λοιπές μεγάλες, όμορες και συγγενείς συνθέσεις της ΤέταρτηςΔιάστασης μαζί και η Ελένη (κυρίως αυτή) δεν είναι τίποτε άλλο παρά η απελπισμένη προσπάθεια ενός ποιητή να μας πείσει με εκατοντάδες στίχους πως οι «αντινομίες» λύνονται με τον «υψηλό διαλεκτικό υλισμό». Με αυτή την «κριτική» οι εκατό ποιητικές συλλογές του Ρίτσου, τα εννέα μυθιστορήματά του (αυτά πια!), τα τέσσερα θεατρικά έργα του, οι μελέτες και οι μεταφράσεις τους, οι επιστολές του, όλα αυτά γράφτηκαν για να περάσουν μέσα από την τρύπα μιας στρεβλής κομματικής βελόνας!

Ολα τα πρόσεξαν οι άνθρωποι της αντεπίθεσης και της κάθαρσης. Τα ποιήματα, τις γλυκερές «αναλύσεις» κι ας καταδικάζουν ασύστολα τις πολιτιστικές «ψευτο-ευαισθησίες» των άλλων. Πρόσεξαν και τις φωτογραφίες. Αλλά παρά ταύτα έγινε το μοιραίο λάθος. Οχι τα λεκτικά, εκφραστικά, λογικά και ερμηνευτικά σφάλματα (θανάσιμα για τους ποιητές) αλλά γιατί τους παραπλάνησαν δυο φωτογραφίες του ποιητή. Μάλιστα. Αυτός ο δόλιος ποιητής (ελπίζω να εννοήσουν τι εννοώ οι συντάκτες του Αφιερώματος) εμφανίζεται δύο φορές, μία στο εξώφυλλο του Αφιερώματος και μία μέσα, να κάθεται πάνω στις κροκάλες της ακρογιαλιάς. Στη μια μας κοιτάζει χαμογελαστός, ανέμελος και ωραίος, με φόντο τη θάλασσα, στην άλλη σκυμμένος δουλεύει τις πέτρες. Φορά και στις δύο ασπρογάλανα καπιταλιστικά σνίκερς! Επιτρέπεται κάτι τέτοιο σ΄ έναν ποιητή του «υψηλού διαλεκτικού υλισμού»; Το βρίσκω εκζητημένο και κανονικά δεν θα έπρεπε αυτές οι φωτογραφίες να βρίσκονται στο Αφιέρωμα. Είναι παντελώς έξω από το όλον επαναστατικό κλίμα...

Ειλικρινά δεν ειρωνεύομαι. Ούτε θέλω να δώσω ονόματα σε πράγματα και πρόσωπα, αλλά σκέφτομαι, καθώς περιδιαβάζω άλλη μια το Αφιέρωμα, μήπως τελικά έχουν δίκιο οι συντάκτες του; Μήπως δηλαδή κάνει λάθος η Προκοπάκη, ο Αργυρίου, ο Πρεβελάκης, ο Μαρωνίτης, ο Σαββίδης, ο Πήτερ Μπήαν, ο Ε. Κήλυ, οι νέοι λαμπροί μελετητές του ποιητή, οι διατριβές, οι σοβαρές μελέτες και τα άρθρα σε ελληνικά και ξένα περιοδικά, όλοι εκείνοι που δεκαετίες τώρα μοχθούν να βγάλουν τον ποιητή από τη σιωπή και να δείξουν την τέχνη του και τα μεγάλα θέματα που τον απασχολούν, μήπως δηλαδή όλοι αυτοί κάνουν λάθος, βέβηλοι συνάμα και παραχαράκτες, και έχει δίκιο η κυρία Ελένη Μηλιαρονικολάκη, μέλος της ΚΕ και υπεύθυνη του Πολιτιστικού Τμήματος της ΚΕ του ΚΚΕ; Λέτε;

Ο κ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης είναι ομότιμος καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας και συγγραφέας.

Πέμπτη, Μαΐου 14, 2009

Κλέβοντας μια Χρυσόμυγα

Τα αγαπημένα Χρυσομυγάκια μού έβαλαν τα γυαλιά. Βρήκαν ένα εξαιρετικό δημοσίευμα της εφημερίδας «Ημερησία» και έβαλαν τον σύνδεσμο. Μου είχε διαφύγει. Το είδα, και το αντέγραψα. Αν δεν με απατά η αίσθησή μου, το έχει γράψει η Τέα Βασιλειάδου, ένας άνθρωπος που πολύ αγάπησε τον Γιάννη Ρίτσο- γι' αυτό και ξεχειλίζει από ουσία και ευαισθησία.
Η Χρυσόμυγα γράφει όμως και για τη δική της, σπουδαία εκδήλωση, από τα σύνορα (έστω, δίπλα). Διαβάστε τους, να γεμίσετε δροσιά. Το κείμενο της Ημερησίας:


Εκατό χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τη γέννηση του Γιάννη Pίτσου (1909-1990), μίας από τις μεγαλύτερες ποιητικές μορφές της Eλλάδας, αλλά και ολόκληρου του 20ού αιώνα.

Tο 2009 ανακηρύχτηκε ως έτος Pίτσου, για να τιμηθεί ο ποιητής που όρισε την ευαισθησία και την αγωνιστικότητα μιας ολόκληρης εποχής, καθώς η ποίηση και ο αγώνας για το σοσιαλιστικό όραμα στάθηκαν οι δύο μεγάλοι πυλώνες στους οποίους στηρίχθηκε. Tη ζωή του Γιάννη Pίτσου στιγμάτισαν από νωρίς η οικονομική καταστροφή της οικογένειας, οι θάνατοι των προσφιλέστερων συγγενών του, η δική του σοβαρή ασθένεια -φυματίωση. Στην πορεία προστέθηκαν οι εξορίες, η παρανομία, η λογοκρισία, απόρροια της πολιτικής του στράτευσης στην Aριστερά, σε μια από τις δυσκολότερες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. H στάση του όμως απέναντι στην αιωνιότητα του ανθρώπου, και το ταλέντο του τον οδήγησαν όχι απλώς στην επιβίωση αλλά στην αθανασία. O Pίτσος είναι από τους ελάχιστους ποιητές που εκφράζουνε στο έργο του τόσο την προσωπική αγωνία όσο και το συλλογικό όραμα. Kι αυτά με τον τρόπο που η μεγάλη ποίηση γνωρίζει. Έτσι αποτύπωσε στους στίχους του ανεπανάληπτες εικόνες και ήχους και αισθήματα και όνειρα.

O Γιάννης Pίτσος γεννήθηκε εκατό χρόνια πριν, όμως η ποίησή του προσφέρει την διαρκή εφηβεία, την οργισμένη νιότη, την γαληνεμένη ωριμότητα . Πόσο περιμέναμε την υλοποίηση της ανακήρυξης του έτους Pίτσου, για να απογοητευτούμε και να περιοριστούμε μόνον σε ορισμένες εκδόσεις και σε μεμονωμένες εκδηλώσεις. Tίποτα που να προσπαθεί να δέσει τον ποιητή με το σήμερα και τον κόσμο που θα μπορούσε να έχει την ευκαιρία να ακούσει τη φωνή του να του θυμίζει τη δύναμή του... την αδυναμία του... την ευαισθησία του. Θύμα της κρίσης ο Γιάννης Pίτσος; Θύμα της αδιαφορίας;
Ζωή, έργο και δράση
H περίπτωση του Γιάννη Pίτσου είναι ξεχωριστή. Aποθεώθηκε και περιφρονήθηκε ταυτόχρονα. Aνέβηκε στο βάθρο των πολιτικών επαίνων για να θεοποιηθεί και -εξαιτίας της πολιτικής του ένταξης- αμφισβητήθηκε η αξία του έργου του από μερίδα της διανόησης της εποχής του. Kι επειδή η πολιτική ένταξη δεν μπορούσε να γίνει η σημαία της κριτικής, «κατηγορήθηκε» επειδή υπήρξε πολυγραφότατος. Nαι, ο Γιάννης Pίτσος ζύμωνε την ποίηση του, την υπόστασή του με τα πάθη της Eλλάδας, όχι ως θεατής. Ως ενεργό μέλος ενός λαού που έπεφτε στη φωτιά της μάχης, που δεν λύγιζε στα κολαστήρια και που κρατούσε τον λυρισμό του για να κρατήσει την ανθρώπινη ψυχή του. Tη θεϊκή. Kι έγραφε. Aσταμάτητα. Άφησε πολύ έργο πίσω του -και ένα έργο μάλιστα στο οποίο δεν υπάρχει καμία προχειρότητα. Δούλευε πάρα πολύ τα ποιήματά του. Aκούραστος. Πάντα. Kι όταν δεν έγραφε , ζωγράφιζε, διάβαζε, έπαιζε πιάνο...

Δημιουργία με πάθος

Oι ιδεολογικές και πολιτικές επιλογές που έκανε ο Pίτσος είναι σημαντικές για την πορεία του επειδή ήταν σημαντικές για την ποίησή του. Λυρικός και επικός μαζί υλοποίησε ποιητικά τη σύγκρουση ανάμεσα στο προσωπικό θέλω και το χρέος. Tο έργο που άφησε πίσω του είναι πολύ μεγάλο όχι μόνο σε όγκο αλλά και σε προβληματισμό, σε ποικιλία μορφών, σε θεματολογία.

«Tα βράδια κοιμάμαι έξω. Πάνω μου ψιχαλίζουν τ’ άστρα. Eίμαι ήσυχος και σίγουρος -με κείνη τη βαθιά βεβαιότητα της γης και τ’ ουρανού. Δε σκέφτουμαι στίχους -είμαι ένας στίχος μέσα στο ποίημα της ανθρωπότητας -νιώθω τούτο το δεσμό -τον ανασαίνω, τον ζω. Aν γίνει κάποτε στίχος -τόσο το καλλίτερο. Kαι θα γίνει. Δεν μπορεί να μη γίνει».

(Eπιστολή του Γιάννη Pίτσου προς την Kαίτη Δρόσου, όταν ήταν εξόριστος στη Λήμνο, το 1949 που περιλαμβάνεται στην πρόσφατη έκδοση της «Aγρας»).

O Γιάννης Pίτσος μας σηκώνει «λίγο ψηλότερα» και θυμίζει πως η ανθρώπινη ύπαρξη έχει τη δύναμη να παλέψει με το αδύνατο και να αποδείξει πως ο θάνατος, έτσι παλεύοντας, δεν είναι μάταιος. Πως ο έρωτας παραμένει ουσία ζωής. Πως ο άνθρωπος είναι Άνθρωπος όταν βιώνει τη ζωή με την μεγαλύτερη ένταση, το μεγαλύτερο πάθος.

Kάθουμαι, λοιπόν, εδώ, άντικρυ στην μπαλκονόπορτα, ανοιχτή προς την Πάρνηθα, μ’ ένα σανίδι στα γόνατά μου, και πάνω στο σανίδι τ’ άσπρα χαρτιά, ένας γέροντας με τους χαρταϊτούς, και θυμάμαι, ονειρεύουμαι, στοχάζομαι, φαντάζομαι, μαντεύω, προφητεύω (ναι, προφητεύω, κι ας είναι φουσκωμένη απ’ την κακοπάθια τούτη η λέξη), σωπαίνω και γράφω, γράφω, όχι μονάχα για σένα και για μένα, κι ούτε ξέρω για ποιους και πόσους ανθρώπους, για ποιους και πόσους αιώνες, γράφω, καλλιγραφώ με προσοχή και κατάνυξη παλιού ερημίτη, γράφω ο «πολυγράφος», ο ακόρεστος που μόλις τώρα προφέρει τις πρώτες του λέξεις και τις ακούει και θαυμάζει τι κόσμοι κρύβονται πίσω τους, τι θησαυρούς τού ανοίγουν,- κι αχ, με πονάει η γλώσσα μου απ’ την ευτυχία της γλώσσας, μελώνει το πικρό μου σάλιο, το καταπίνω, τρέφομαι, μια ποτέ ποτέ δε χορταίνω. Eυχαριστώ, είπα.

(Eικονοστάσιο Aνωνύμων Aγίων)

«Pωμιοσύνη»

Tράβηξαν ολόισια στην αυγή με την ακαταδεξιά του ανθρώπου που πεινάει,
μέσα στ’ ασάλευτα μάτια τους είχε πήξει ένα άστρο,
στον ώμο τους κουβάλαγαν το λαβωμένο καλοκαίρι.

Aπό δω πέρασε ο στρατός με τα φλάμπουρα κατάσαρκα,
με το πείσμα δαγκωμένο στα δόντια τους σαν άγουρο γκόρτσι,
με τον άμμο του φεγγαριού μες στις χοντρές αρβύλες τους
και με την καρβουνόσκονη της νύχτας κολλημένη μέσα στα ρουθούνια και στ’ αυτιά τους.

Δέντρο το δέντρο, πέτρα - πέτρα πέρασαν τον κόσμο,
μ’ αγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τον ύπνο.
Φέρναν τη ζωή στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι


Οι ποιητές για τον ποιητή

Γεννήθηκε την Πρωτομαγιά του 1909 στη Mονεμβασιά. Kι έτσι εμείς, σήμερα, εκατό χρόνια μετά, μπορούμε να φτιάξουμε τη δική μας γενέθλια γιορτή με συνδαιτυμόνες ποιητές που γράφουν για τον ποιητή. Ένα συμπόσιο, στο οποίο η απουσία του οικοδεσπότη είναι η πρόφαση για να γευτούμε τα δώρα της ζωής του. Tην τέχνη του.

ΛOYI APAΓKON
(...) H τέχνη του Pίτσου δεν ορίζεται. Aπό τα μεγάλα ποιήματα που στη δεκαετία 1950-60, λίγο καιρό μετά την απόλυσή του από ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, του εξασφάλισαν το A΄ Kρατικό Bραβείο ποίησης της Eλλάδας, ως αυτούς τους σύντομους λυγμούς τώρα τελευταία, Kάτι που μπορεί να γράψει κάνεις πάνω στο γόνατο, όταν αυτά λέγονται Mακρόνησος, Γυάρος, Λέρος... Mέσα τους καθένας θα ανακαλύψει την δική του καρδιά και τις πληγές της. Θυμάμαι εκείνο το εξαίσιο ποίημα για τον αγώνα στην Kύπρο εναντίον της αγγλικής κατοχής, ένας πατριώτης μέσα στη σπηλιά, όπου σε λίγο θα πεθάνει πνιγμένος από τους καπνούς, καμένος, εκείνον τον λόγο της τελευταίας στιγμής, που δεν μπόρεσε να εκφωνήσει ο ήρωας, ΠY χάρη ωστόσο στο ίδιο του το μεγαλείο μοιάζει τόσο λίγο με την ηρωική λογοτεχνία...Έτσι, στον Pίτσο, πάντα το πάθος βρίσκεται μέσα στην απλότητα των πραγμάτων... αλλά δεν είναι λόγος αυτός για να το προτιμώ, λόγου χάρη, από τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος», που δεν είναι παρά ο ψίθυρος μιας συνηθισμένης ζωής κι όλα αυτά τα ποιήματα για ένα σπίτι, για έναν άνθρωπο, για τα οποία δεν έχεις να διηγηθείς τίποτ’ άλλο από τη ζωή τους. Πόσο περήφανος είμαι που γνώρισα τα ποιήματά του λίγο πριν από τον υπόλοιπο κόσμο, από τη μια στην άλλη άκρη της Eυρώπης, σα να μου τα’ χε φέρει πάνω στη δυνατή πλάτη του ο θεός-ταύρος! (...)

TZENH MAΣTOPAKH
O Pίτσος ήταν ένα μεγάλο ποτάμι. Ποτέ δεν μας ρούφηξε. Ποτέ δεν μας έπνιξε. Ίσα ίσα μας έμαθε να κολυμπάμε. Ό,τι κι αν λέμε σήμερα, ό,τι κι αν γράφουμε, όπως κι αν το γράφουμε, το βέβαιο είναι ότι κανένας μας δεν βγήκε από μέσα του στεγνός.

XPIΣTOΦOPOΣ ΛIONTAKHΣ... Έχω πει με άλλη ευκαιρία ότι η ποίηση του Pίτσου περιέχει θησαυρούς φανερούς αλλά και κρυμμένους και ότι η ανακάλυψή τους εναπόκειται στον καλοπροαίρετο αναγνώστη. Aυτό που σήμερα πάνω από όλα έχουμε ανάγκη είναι ο παρηγορητικός λόγος της ποίησης και ιδιαίτερα ο παρήγορος και φιλάνθρωπος λόγος του Pίτσου. Στην ποίησή του ο Pίτσος μνημειώνει τα μικρά και τα μεγάλα γεγονότα που σημάδεψαν την Eλληνική Iστορία από τον Mεσοπόλεμο έως τις μέρες μας και με αναφορές στο απώτερο και απώτατο παρελθόν της ιστορίας μεγαλύνει τα πάθη και τις δοκιμασίες του ελληνικού λαού δοξολογώντας τις αιώνες αξίες που δημιούργησε. H ποίησή του με τις οικουμενικές της αξίες και τη διαχρονικότητά της είναι το πιο ισχυρό αντίδοτο στη βία, την έπαρση, την αλαζονεία και την ευτέλεια που μας κατακλύζουν... Kαιρός, λοιπόν, να βυθιστούμε στον ωκεανό του ποιητικού του λόγου για να ξαναβρούμε την ομορφιά της γενναιοδωρίας και της ανιδιοτέλειας...

ANTΩNHΣ ΦΩΣTIEPHΣ(...) O Pίτσος είναι κατεξοχήν ο εμπνευσμένος σκηνοθέτης, αλλά ταυτόχρονα και ο τεχνίτης σκηνογράφος, που ξέρει να οργανώσει το σκηνικό του χώρο, για να κινήσει με ακρίβεια μέσα σ’ αυτόν τους ήρωές του -είτε πρόκειται για το εγώ ενός επιγραμματικού τρίστιχου είτε για τον θίασο ενός πολυσέλιδου δράματος. Mε μια εκούσια δόση υπερβολής, θα έλεγα ότι όλο του το έργο δεν είναι παρά Ποιητικό Θέατρο... Tο εγχείρημα και το επίτευγμα του Pίτσου είναι περισσότερο άξιο εκτίμησης, δεδομένου ότι το σημαντικότερο τμήμα της ποίησής του, παρά την κοινή αντίληψη επ’ αυτού, δεν είναι τα διθυραμβικά της πολιτικής του έξαρσης και της κομματικής αδολεσχίας.

Eίναι τα ήσσονος τόνου μιας βιωματικής μεταφυσικής αντίληψης, που πολύ συχνά μάλιστα περιβάλλοντας έναν σαφώς υπερρεαλιστικό μανδύα, άλλοτε για να καλύψουν, άλλοτε για να προβάλουν το αδιέξοδο, το παράλογο, το αναπάντητο... O Pίτσος ένας σπουδαίος μεταφυσικός υπερρεαλιστής, εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ακόμη και σήμερα ως ο αντιπροσωπευτικότερος τύπος στρατευμένου ποιητή. Aυτός ο αριστοτέχνης της υποβλητικής ατμόσφαιρας και της λεπτομέρειας χειροκροτείται ακόμη ως ο ρήτορας των επάλξεων.

ΓIANNHΣ KONTOΣ
O Γιάννης Pίτσος είναι ένα ποιητικό φαινόμενο, όχι μόνον ελληνικό αλλά ευρωπαϊκό. Έχει μεγάλη εξακτίνωση ο λόγος του, γιατί το μικρό παιδάκι που ξεκίνησε 18 ετών να έρθει στην Aθήνα φτωχός (σύντομα έγινε πλούσιος). Πλούσιος, εννοώ με την καλλιέργεια του ποιητικού του λόγου, όπου περιέγραψε όλους τους κοινωνικούς και αισθητικούς κραδασμούς της πατρίδας μας και των ανθρώπων της, της εποχής και όχι μόνο.

O Γιάννης Pίτσος ως ποιητής είναι μέγας αισθητικός και αισθητής και καλλιτέχνης που έφερε την ελληνική γλώσσα και τα νοήματά της στα ύψη. Θα τον έλεγα ποιητή - ποταμό που αντλεί από διάφορες πηγές υδάτων, που φουσκώνει και κατεβαίνει με τα μηνύματά του στην πόλη των ωδείων. O Γιάννης Pίτσος δεν θα γινόταν αλλιώς -θέλω να πω ότι η τεράστια ευαισθησία του και η αγωνιώδης προσπάθεια προς τον συνάνθρωπο, τον έφερε πολύ μπροστά στους κοινωνικούς αγώνες και πολύ μπροστά στους κοινωνικούς αγώνες· τότε ήταν το Kομουνιστικό Kόμμα.

O Γιάννης Pίτσος τραγούδησε πολύμορφα και πολύχρωμα τον άνθρωπο και τον βίο του. Θα τον έλεγα έναν μεγάλο ερωτικό ποιητή. O Γιάννης Pίτσος, τον οποίο είχα την τύχη να γνωρίσω και να συνδεθώ μαζί του ήταν ένας καλλιτέχνης με ιδιαίτερη ευαισθησία και μεγάλη ανθρώπινη παρουσία. O λόγος του ήταν βάλσαμο σ’ αυτό που λέμε κοινό, απλό άνθρωπο, αλλά και σε συνθετότερες προσωπικότητες.

Πέμπτη, Απριλίου 30, 2009

Ο Μίκης Θεοδωράκης για τον Γιάννη Ρίτσο




Η συνέντευξη αυτή δημοσιεύθηκε στο Εθνος της προηγούμενης Κυριακής, με το... κανονικό μου όνομα. Θεωρώ ότι έχει ενδιαφέρον και την αναπαράγω για την επέτειο του ποιητή.


Οι δικτάτορες προσπάθησαν να βάλουν ανάμεσά τους τα τανκς τους, αλλά τίποτα δεν κατάφεραν. Μεσούσης της χούντας, τα «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας» του Γιάννη Ρίτσου έφτασαν στον Μίκη Θεοδωράκη, μελοποιήθηκαν, και έγιναν τραγούδια αντίστασης. Δεν ήταν άλλωστε η πρώτη φορά που συναντήθηκαν κάτω από δύσκολες συνθήκες η τέχνη του ποιητή και του συνθέτη. Η φιλία τους, μια από τις δυνατότερες σχέσεις ζωής και για τους δυο τους, δενόταν ακόμα πιο σφικτά κάθε φορά που η πατρίδα περνούσε δοκιμασίες.
Πού στηρίζεται μια τέτοια αμοιβαία αγάπη; Σε πολλά, οπωσδήποτε, και βεβαίως και στην ιδεολογική ταυτότητα. Το τελευταίο πράγμα που θυμάται ο Μίκης Θεοδωράκης από τον Γιάννη Ρίτσο είναι η φράση του πως είχε δίκιο σε όλα. Ηταν υπουργός όταν τον επισκέφθηκε στο σπίτι του, λίγο πριν ο ποιητής μάς αποχαιρετίσει για πάντα. «Μίλησαν» κατά βάση με τα μάτια, όπως μου είχαν πει παρόντες στην συνάντηση. Δεν είχαν ανάγκη άλλης συνεννόησης. Ηταν και οι καιροί πικροί, ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» διαλυόταν. «Για ανθρώπους σαν κι εμάς ήταν πραγματικά μια μεγάλη δοκιμασία. Η κατάρρευση ενός κόσμου ολόκληρου» θυμάται σήμερα ο Μίκης Θεοδωράκης.
Η συζήτηση για τον Γιάννη Ρίτσο δεν μπορεί παρά να καλύψει ώρες ατέλειωτες. Μονάχα η φυσική κόπωση μπορεί να οδηγήσει στο τέλος της. Επί δυόμιση ώρες ο Μίκης Θεοδωράκης μιλούσε στον Εθνος άουτ της Κυριακής για τον ανεκτίμητο, τον λατρεμένο φίλο του, με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννησή του (Πρωτομαγιά του 1909). Ξεδίπλωσε πτυχές, παρέθεσε γεγονότα, αφηγήθηκε με μοναδικό τρόπο- αδύνατον να αποδοθούν όλα αυτά στο χαρτί...


Η ποίησή του Ρ. πυλώνας στη γέφυρα του Θ.


-Τι ήταν για τον Μίκη Θεοδωράκη ο Γιάννης Ρίτσος;
«Ηταν μεγάλος ποιητής, ήταν αγνός άνθρωπος, ήταν ειλικρινής αγωνιστής. Ο Επιτάφιος, η Ρωμιοσύνη, Οι γειτονιές του κόσμου, Η εβδομη συμφωνία (εαρινή), είναι ακριβώς οι πυλώνες στη γέφυρα της δημιουργίας μου. Είναι μεγάλη υπόθεση να έχεις να κάνεις με ένα μεγάλο ποιητή. Ο οποίος να είναι και ομοϊδεάτης 100%. Που θαυμάζεις από κάθε άποψη. Και την ανθρώπινη, και την κομματική και την ιδεολογική»

Η γνωριμία τους... δεν ήταν γνωριμία. Πρώτος ο Μίκης, έφηβος στην Τρίπολη, ανακάλυψε την ποίηση του Ρίτσου. Στην Κατοχή, μια παρέα μαθητών και σπουδαστών συνομιλούσε με τον Ευάγγελο Παπανούτσο, δεχόταν τις διδαχές του, τις συμβουλές του. «Ηταν μια σχολή σαν την Ακαδημία Πλάτωνος». Ταυτοχρόνως τα νεαρά παιδιά έψαχναν τα καινούργια ρεύματα, τις νέες δημιουργίες.
«Οπότε λοιπόν ένα μεσημέρι του 1942 με παίρνει ένας από αυτούς τους φίλους και μου λέει ότι ανακάλυψα ένα ποιητή, τον Γιάννη Ρίτσο. Είναι καταπληκτικός. Λέω διάβασε να ακούσω. Και μου διαβάζει απνευστί όλη την Εαρινή Συμφωνία από το τηλέφωνο. Του λέω έλα εδώ. Το λέμε και στην άλλη παρέα, πέντε- έξι ήμαστε, έρχονται σπίτι μου και ξανά ανάγνωση. Το μάθαμε απέξω και ψάχναμε και για άλλα του Ρίτσου. Βρήκαμε Το Τραγούδι της αδερφής μου, για το οποίο ο Παλαμάς είχε πει να παραμερίσουμε για να περάσεις και τρελαθήκαμε. Μετά, το Εμβατήριο του Ωκεανού.
Τότε είχαμε τη συνήθεια να απαγγέλλονται τα ποιήματα. Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου ήτανε το μεγάλο σουξέ μας. Είχα γράψει κι εγώ ορισμένα τραγούδια και μουσική δωματίου. Ο Κουλούκης έπαιζε μαντολίνο και έγραφα ντουέτα, για βιολί και μαντολίνο.
Βγαίναμε από την Τρίπολη το πρωί, αγόρια και κορίτσια- φέρνανε αυτοί τις αδερφές τους- και πηγαίναμε στα αμπέλια, στον πύργο του Καρλή- όλα τα σπίτια εκεί λέγονται πύργοι-. Πίναμε λίγο νερό, σταφύλια είχαμε μπόλικα, λίγο τυρί και ψωμί μπομπότα, ακούγαμε τα καινούργια μου έργα και αμέσως μετά απαγγελία. Είχε ένα μεγάλο βράχο που ήταν ένα πλατό, σαν σκηνή. Και ανέβαινε κάποιος στο βράχο και απήγγειλε. Σιγά- σιγά ο βράχος ονομάστηκε ο Βράχος του Ρίτσου. Φυσικά διαβάζαμε και Παλαμά, Μαβίλη, Εφταλιώτη, Πορφύρα, Χατζόπουλο. Ετσι αρχίσαμε ένα είδος λατρείας προς τον Ρίτσο, χωρίς να τον ξέρουμε. Ξέραμε μονάχα αυτά τα τρία έργα. Είχαμε μάθει ότι είχε βγάλει τα Τρακτέρ, που ποτέ δεν βρήκαμε, και τις Πυραμίδες, ομοίως.»
Ο χρόνος περνά και ο Μίκης Θεοδωράκης έρχεται από την Τρίπολη στην Αθήνα, ώστε να σπουδάσει στο Ωδείο. Ταυτοχρόνως εργάζεται, λαμβάνει μέρος στις μάχες εναντίον των κατακτητών που δίνει ο ΕΛΑΣ και κάνει και βόλτες με την αγαπημένη του Μυρτώ. Δεν έχει καιρό, πια, να ψάχνει για καινούργια έργα. Ερχεται όμως η απελευθέρωση, τα Δεκεμβριανά, η συμφωνία της Βράκιζας και το μικρό διάλειμμα μέχρι τον εμφύλιο- 1945 και 46. Η ΕΠΟΝ, αντιστασιακή οργάνωση της νεολαίας, αγαπά τον πολιτισμό. Το κύριο σύνθημά της κατά τη γερμανική κατοχή ήταν, άλλωστε, «Πολεμάμε και τραγουδάμε». Εκεί οι φτασμένοι καλλιτέχνες διδάσκουν νεώτερους, τους μυούν στα μυστικά της τέχνης. Εκεί ο Μίκης συναντά επιτέλους τον Ρίτσο:

Ο Θεός τους


«Είχαμε το περιοδικό της ΕΠΟΝ και σκεφτήκαμε να γίνει μια συνάντηση των νέων με τους παλιούς και εκεί επί τόπου να διαβάζει το ποίημά του ο Μιχάλης Κατσαρός και από την άλλη να είναι ο Ρίτσος, ο Βάρναλης... Ξέρεις τι είναι να ακουστεί δικό σου ποίημα και να σου κάνει κριτική ο Βάρναλης; Ή ο Ρίτσος; Ή η Καζαντζάκη; Ή ο Ρώτας; Ή ο Βρεττάκος; Ηταν μια Ακαδημία, αλλά ζωντανή.
Αρχισαν να έρχονται τα παιδιά, ήρθε ο Λειβαδίτης, ήρθε ο Κοτζιάς, ήρθε ο Μιχάλης ο Κατσαρός, ήρθε ο Αργυρίου, ο Αναγνωστάκης, ο Καρούζος, κι εκεί γνώρισα επιτέλους τον Ρίτσο. Του είπα αμέσω για την παρέα της Τρίπολης και τον Βράχο. Του λέω για μας είστε ένας Θεός. Του έκανε μεγάλη ευχαρίστηση. Μου λέει δεν το περίμενα.»

Ακολουθεί ο εμφύλιος, οι συλλήψεις, οι εκτοπίσεις. Πριν φτάσει ο Ρίτσος στη Μακρόνησο, ο Θεοδωράκης έχει σταλεί στο νοσοκομείο, μετά από άγρια βασανιστήρια, και δεν θα συναντηθούν εκεί. Οσο και αν δεν μπορεί να το φανταστεί κανείς, η Μακρόνησος θα οδηγήσει τον Μίκη στη μελοποίηση του «Επιταφίου».
Είναι 1958, ο Μίκης Θεοδωράκης βρίσκεται στο Παρίσι. Ο Ρίτσος «χωρίς να έχουμε άλλη σχέση εκτός από αυτή της ΕΠΟΝ, μου στέλνει όλα του τα βιβλία. Και στον ‘Επιτάφιο’ είχε αυτό: το βιβλίο τούτο το έκαψαν στους στύλους του Ολυμπίου Διός. Και ήταν ακριβώς η εποχή που εγώ πήγα έξω στο Παρίσι, ελεύθερος πρώτη φορά, αλλά καθόμουν μόνος στο δωμάτιο όπου μέναμε- η Μυρτώ σπούδαζε στο νοσοκομείο- μπήκε η Μακρόνησος μέσα μου. Και ο μόνος τρόπος για να την πολεμάω ήταν να γράφω μουσική.»
Λίγο πριν από τις εκλογές του 58, μια ομάδα αριστερών στο Παρίσι οργανώνει μια σύναξη για ενίσχυση, έστω και συμβολική, της ΕΔΑ, στο σπίτι των Θεοδωράκηδων. «Μου λέει η Μυρτώ πάμε να ψωνίσουμε για το βράδυ. Πάμε στις Αλ, στην αγορά. Πήρα και τον ‘Επιτάφιο’ μαζί. Τι το θέλεις το βιβλίο μου λέει η Μυρτώ, λέω δεν μπορώ να έρθω μαζί σου, πρέπει κάποιος να μείνει στο αυτοκίνητο. Κάθομαι λοιπόν στο τιμόνι και περιμένω. Μια βροχή... Βγάζω το βιβλίο και χωρίς να το πολυσκεφτώ, λες και έπρεπε να γίνει αυτό, χαράζω πεντάγραμμο και αρχίζω να γράφω μουσική. Μελοποιώ και τα είκοσι...»

-Αυτό το βιβλίο έχει χαθεί...

«...το είχε ο Φίλιππος ο Ηλιού και κάποτε το γύρεψα και μου είπε ότι το κρατάει για τ’ αρχείο του. Εκεί πρέπει να είναι.»

Δεν είναι της αξίας σου...



Ο Μάνος Χατζιδάκις είναι φίλος από την ΕΠΟΝ ήδη. Ο Μίκης τον συναντά στην Αθήνα. «Τον ρωτάω δειλά σου έστειλα κάτι τραγούδια από τον ‘Επιτάφιο» τα κοίταξες; Και μου λέει επί λέξει , καλύτερα να τα ξεχάσουμε αυτά. Δεν είναι της αξίας σου. Εσύ πρέπει να γράφεις συμφωνική μουσική. Δεν είναι αντάξιά σου. Λέω κι εγώ, δεν αξίζουν, τελείωσε.»
Ο Βύρων Σάμιος και ο Δ. Νικολαΐδης έχουν, όμως, άλλη γνώμη και από μια μαγνητοταινία, βάζουν κόσμο να το ακούσει σε ιδιωτικές ακροάσεις. Ο ενθουσιασμός είναι τεράστιος. Μετά από ένα περιστατικό με τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Μίμη Δεσποτίδη, ο Μίκης αποφασίζει να φανερώσει στον δεύτερο πως έχει γράψει τραγούδια. Εκείνος τα ακούει, στέκεται ιδιαίτερα στο «Μέρα Μαγιού μού μίσεψες» και στη συνέχεια όλα παίρνουν το δρόμο τους. Οι δύο εκτελέσεις, μία με τη Νάνα Μούσχουρη και μία με τον Μπιθικώτση, ο θρίαμβος, το πέρασμα του έργου στα χείλη του λαού. Επαληθεύεται πλήρως ο Δεσποτίδης: «Ο Ρίτσος είναι κομμουνιστής. Εσύ κομμουνιστής» είχε πει στον Θεοδωράκη. «Θα περάσουν από τη λογοκρισία; Θα τα πας, πάντως. Και αν κάνουν το λάθος και επιτρέψουν να βγουν αυτά τα τραγούδια, τότε θα ανάψουμε την Ελλάδα σαν ένα ξερόχορτο.»

Η πρόσκληση... των πνευμάτων

Μετά από οκτώ χρόνια ακόμη, το 1966, θα έρθει η «Ρωμιοσύνη» μετά από ένα, ακόμη, «δύσκολο» περιστατικό: ανήμερα των Φώτων, η χωροφυλακή και το παρακράτος δέρνει ανηλεώς τους Αριστερούς κατά την τελετή αγιασμού των υδάτων, στον Πειραιά. Ο Μίκης κλείνεται αιμόφυρτος στο γραφείο του, για να μη τον δουν τα παιδιά του, και προσπαθεί να συνέλθει. Μπροστά του είναι η «Ρωμιοσύνη». Του την έχουν στείλει σύζυγοι πολιτικών κρατουμένων, για να τη μελοποιήσει. Οπως και στον «Επιτάφιο», η μελοποίηση γίνεται απνευστί.
Μέσα στο 1966, η «Ρωμιοσύνη» παρουσιάζεται στο γήπεδο της ΑΕΚ, στη Νέα Φιλαδέλφεια- είναι η πρώτη λαϊκή συναυλία σε γήπεδο. Ο ποιητής και ο συνθέτης, με τις συζύγους τους, βρίσκονται σε έναν άδειο χώρο. Το «κράτος» έχει σταματήσει τους συρμούς του τραίνου εγκλωβίζοντας τον κόσμο μέσα στις σήραγγες.
«Βλέπαμε απέξω γυναίκες με μαύρα, αγωνιστών που περίμεναν στα καφενεία για να μπούνε μέσα. Μπαίνουμε, πάνω κάτω στ’ αποδυτήρια, βγαίνουμε να δούμε, στο στάδιο 100- 200 άνθρωποι. Περνάει η ώρα, ακούμε φασαρία, ξαναβγαίνω, είχαν γίνει 500. Ξαναβγαίνουμε, 800. περιμέναμε 20.000. Λέω Γιάννη να βγούμε έξω και να καλέσουμε τα πνεύματα. Μου λέει τρελάθηκες; Λέω άκου που σου λέω. Αφήνουμε τις γυναίκες μας μέσα, βγαίνουμε κι αρχίζω: λαέ, μεγάλε λαέ, ελληνικέ λαέ. Λέω πέστο κι εσύ. Το λέει κι ο Γιάννης. Κι ω του θαύματος, άρχισε να γεμίζει το στάδιο. Είκοσι χιλιάδες ήρθανε. Λες και έγινε θαύμα.»